10/10/2010 Το 3ο Διεθνές Συνέδριο της Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη» (Β΄ μέρος – λοιπές εισηγήσεις)

Ο δεύτερος εισηγητής εις το Γ’ διεθνές Συνέδριον της Μ.Κ.Ο. “Ρωμηοσύνη” εις Πάφον (10-10-2010) ήτο ο Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Φώτιος Δημητρακόπουλος, ο προσφάτως συγγράψας, τη υποδείξει του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ.κ. Θεοφίλου το εκλεκτόν βιβλίον: «Ο τόπος του Βαπτίσματος του Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό», ωμίλησε με θέμα «Ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος στην Αγία Γη». Τα κυριώτερα σημεία της εισηγήσεως του κ. Δημητρακοπούλου είναι ότι ο Άγιος Νεόφυτος  έζησε μεταξύ των ετών 1134-1214. Ότι αι περισσότεραι περί αυτού πληροφορίαι προέρχονται από τα έργα του, τα οποία εξέδωσε προφάτως εις κριτικήν έκδοσιν η Ιερά αυτού Μονή παρά την Πάφον της Κύπρου. Από τα έργα του οσίου, «Τυπική Διαθήκη», «Εξαήμερος», «Θεοσημεία», «Πανηγυρικός», είπεν ο κ. Δημητρακόπουλος, προκύπτει ότι ο άγιος εγεννήθη εις τα Λεύκαρα από ευσεβείς γονείς, τον Αθανάσιον και την Ευδοξίαν, οι οποίοι και εδέχθησαν αργότερον το μοναχικόν σχήμα. Ότι ο άγιος ηγνόησε τους συντόμως συναφθέντας αυτώ αρραβώνας και εδραπέτευσε λάθρα δια την ιεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου του Χρυστοστόμου Κουτσοβέντη. Εκεί λέγει, «τη φυγαδεία χρώμενος», εκαλλιέργει κατ’ αρχάς τους αμπελώνας και έπειτα έγινε παρεκκλησιάρχης. Αναζητών ησυχίαν και Γέροντα, Πνευματικόν καθοδηγητήν, ανεχώρησε δια τους Αγίους Τόπους το 1189. Φαίνεται ότι έφθασε εις τον λιμένα της Άκκρης-Πτολεμαΐδος, διότι αναφέρει άλλα προσκυνήματα πριν από την προσκύνησίν του εις τον Άγιον Τάφον. Επεσκέφθη, λέγει, την Τιβεριάδα, τα Μάγδαλα, το Θαβώρ, τον Άγιον Τάφον, την έρημον του Σουκά, τον Άγιον Σάββαν, την Μονήν Χοτζεβά, «περινοστών τα μέρη του Ιορδάνου ποταμού και ως ο θηρευτής αναζητεί τας μελίσσας, ούτω και εκείνος ανεζήτει να εύρη πεφωτισμένον Γέροντα, ίνα καθοδηγή αυτόν εις την πνευματικήν ζωήν.

Ταύτα συνέβαιναν επί εξάμηνον μόνον διάστημα, μεθ’ ο, αστοχήσας του ποθουμένου, χρηματισθείς, επανέκαμψεν εις την γενέτειραν αυτού και εν ω ητοιμάζετο να αναχωρήση δια το όρος Λάτρον, ημποδίσθη, κλαπείς, κατά θείαν οικονομίαν, υπό των ανθρώπων του ναυστάθμου και μετέβη εις την Ιεράν Μονήν Αγίου Χρυσοστόμου Κουτσοβέντη, εξ ης, υπό της θείας Προνοίας καθοδηγούμενος, εύρε την παρά το Μελισσόκομον εγκλείστραν αυτού, εις την οποίαν έζησε οσίως άχρι της Κοιμήσεως αυτού, προσευχόμενος, συγγράφων και καθοδηγών τον Κυπριακόν λαόν.

«Άξιον μνήμης», είπεν ο κ. Δημητρακόπουλος, είναι «ότι κατά τους χρόνους του Αγίου οι Άγιοι Τόποι και η Κύπρος κυβερνώνται δυναστικώς υπό των Σταυροφόρων, των οποίων ο Βαλδουΐνος ο Γ’ συνεδέετο μετά του αυτοκράτορος Μανουήλ Γ’ του Κομνηνού, ο οποίος ανεδείχθη ανακαινιστής του Ναού της Αναστάσεως και της Βασιλικής της Γεννήσεως εις Βηθλεέμ και απελάμβανε σεβασμού από τον Άγιον».

Μετά τον καθηγητήν κ. Φώτιον Δημητρακόπουλον ωμίλησεν ο ερευνητής του Κέντρου Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, κ. Κωστής Κοκκινόφτας.

Ούτος ηυχαρίστησε τον Μακαριώτατον Πατριάρχην Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλον δια την πρόσκλησιν να ομιλήση με θέμα: «Πατριαρχείον Ιεροσολύμων και Κύπρος». Επίσης  ηυχαρίστησε τον Αρχιεπίσκοπον Κωνσταντίνης κ. Αρίσταρχον δια το ότι επί της Πατριαρχίας του μακαριστού Πατριάρχου Διοδώρου διηυκόλυνε αυτόν και τους άλλους μελετητάς της Μονής Κύκκου δι’ ερεύνας εις το Αρχείον και την Βιβλιοθήκην του Πατριαρχείου Ιερσολύμων. Εκ των ερευνών τούτων προέρχεται η μελέτη αυτού, είπε, περί των σχέσεων Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και της Εκκλησίας της Κύπρου ως και η ανακοίνωσις αυτού αύτη εις το Γ  Συνέδριον της «Ρωμηοσύνης».

Οι Άγιοι Τόποι, είπεν ο κ. Κοκκινόφτας κατείχον ανέκαθεν ιδιαιτέραν θέσιν εις τας ψυχάς των Κυπρίων. Οι Απόστολοι ελθόντες εκ της γειτνιαζούσης Ιερουσαλήμ εις την Κύπρον εκήρυξαν τον Χριστιανισμόν. Πρώτος ο Βαρνάβας, εις των εβδομήκοντα Αποστόλων το 45 μ.Χ. και ακολούθως ο απόστολος Παύλος το 50μ.Χ. Εν συνεχεία μετά το 326μ.Χ. η Αγία Ελένη διήλθε δια της Κύπρου και ηυλόγησε με τεμάχιον Τιμίου Ξύλου την Ιεράν Μονήν Σταυροβουνίου. Οι Άγιοι Τόποι προσείλκυον Κυπρίους προσκυνητάς και το τάγμα των Σπουδαίων, η σημερινή Αγιοταφιτική Αδελφότης, Κυπρίους κληρικούς και μοναχούς. Μία εκ των πολλών μαρτυριών τούτων είναι  ο Άγιος Γεώργιος ο Χοτζεβίτης, ο Κύπριος, τον 6ον μ.Χ. αιώνα. Μετά τα γεγονότα του 614 μ.Χ. και 638 μ.Χ. αναφέρεται από τον Λεόντιον Μαχαιράν ότι 300 μοναχοί, κακώς αναφερόμενοι ως Αλαμανοί, -διότι ήσαν μοναχοί εκ των Αγίων Τόπων- ήλθον εις την Κύπρον. Διαρκούσης της Σταυροφοριακής περιόδου Πατριάρχαι Ιεροσολύμων διέμεναν εις την Κύπρον. Κατά την διάρκειαν της δυναστείας των Μαμελούκων μεταξύ του 13ου -16ου μ.Χ. αι. η Κύπρος ήλθεν αρωγός εις τα προσκυνήματα και τα μοναστήρια της Εκκλησίας Ιεροσολύμων. Χαρακτηριστική περίπτωσις βοηθείας είναι η δωρεά προς τον Άγιον Τάφον του Φιλίππου Φλάτρου το 1523.

Κατά την διάρκειαν της Οθωμανικής περιόδου το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων αποκτά Μετόχια εις Κύπρον, δέχεται Κυπρίους Αγιοταφίτας και Κυπρίους προσκυνητάς. Εκ των κτημάτων τούτων του Πατριαρχείου εις Κύπρον ο κ. Κοκκινόφτας ανέφερε της Αψιθιωτίσσης εις το Σιγχαρί, της Μιας Μηλιάς, της Αγίας Βαρβάρας εις την Αργάκα κ.α.

Το 1683 η Ιερά Μονή Αγίου Χρυστοστόμου Κουτσοβέντη είχε 15 μοναχούς. Εκ των ενταχθέντων εις την Αγιοταφιτικήν Αδελφότητα τον 19ον αι. Κυπρίων μοναχών ο κ. Κοκκινόφτας ανέφερε τον Παρθένιον Μητροπολίτην Νεαπόλεως και τον λόγιον Ιερομόναχον Γεδεών.

Από τον 20ον μ.Χ. αι. ανέφερε  τους μακαριστούς Μητροπολίτας Ιορδάνου Μελέτιον, Τιβεριάδος Ανατόλιον και Τιβεριάδος Γρηγόριον, ανακαινιστήν της Ιεράς Μονής Βηθφαγής, και Ασκάλωνος Αρκάδιον ανακαινιστήν της Ιεράς Μονής προφήτου Ηλιού και τον Αρχιμανδρίτην Φιλούμενον μαρτυρήσαντα εις το Φρέαρ του Ιακώβ και προ έτους ανακηρυχθέντα ιερομάρτυρα υπό του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Εκ των λογίων Κυπρίων Αγιοταφιτών, των συμβαλόντων εις τα γράμματα κατά τα τέλη του 19ου αι. και τας αρχάς του 20ου αι., ο κ. Κοκκινόφτας ανέφερε τον Πέτρας Μελέτιον, συμβαλόντα εις την ίδρυσιν της Σχολής του Τιμίου Σταυρού, το 1855, τον Ιορδάνου Επιφάνιον Ματτέον, τον Ιερώνυμον Μυριανθέα τον Γάζης Φιλήμονα και τον Αγιοταφίτην ιερομόναχον Ιωάννην, ο οποίος εδώρησε την οικίαν του εις την Λευκωσίαν, δια να γίνη εκπαιδευτήριον.

Οι στενοί δεσμοί των δύο Εκκλησιών φαίνονται και εκ των προσκυνητών της Αγίας Γης. Δι’ αυτούς ήσαν πολλοί οι κίνδυνοι, λόγω των συγκοινωνιακών μέσων της εποχής εκείνης. Ο κ. Κοκκινόφτας ανέφερε τα ναυάγια πλοίων του 1852, εις τα οποία εχάθησαν 180 προσκυνηταί και εσώθησαν 83.

Οι στενοί δεσμοί των δύο Εκκλησιών φαίνονται επίσης και από την ανάμειξιν του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εις τας υποθέσεις της Εκκλησίας της Κύπρου τον 20ον αιώνα. Ούτως π.χ., ο μακαριστός Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός προσεπάθησε να συμβάλη εις την επίλυσιν του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος της Εκκλησίας της Κύπρου και ο Μελέτιος Μεταξάκης, Αγιοταφίτης, διετέλεσε Μητροπολίτης Πάφου. Το 1973 το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων αντεπροσωπεύθη εις την εν Κύπρω Σύνοδον, εις την οποίαν καθηρέθησαν οι τρεις Μητροπολίται. Το 1982, ότε ήρθη η καθαίρεσις των τριών, το 2000 εις την Μείζονα Σύνοδον δια την άρσιν της κρίσεως και το 2006  εις την Διηυρυμένην Σύνοδον εις Σαμπεζύ της Γενεύης, δια την κήρυξιν εις χηρείαν της Εκκλησίας της Κύπρου.

«Εξ όλων τούτων», κατέληξεν ο κ. Κοκκινόφτας «καταφαίνονται οι στενοί δεσμοί συνεργασίας και κοινωνίας των δύο αρχαίων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών». (…έπεται η  συνέχεια).

Εκ της Αρχιγραμματείας 

 

Η πρωτότυπη είδηση σε πολυτονική γραφή βρίσκεται στην Πύλη ειδησεογραφίας του Πατριαρχείου στον σύνδεσμο http://www.jp-newsgate.net/gr/2010/10/10/2166/




ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Powered by active³ CMS - 05/06/2026 10:08:43 πμ