Τα Μοναστήρια του Νησιού των Ιωαννίνων

Η λίμνη των Ιωαννίνων, η Παμβώτιδα, καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα του ομώνυμου λεκανοπεδίου. Η λίμνη τροφοδοτείται από τα νερά της βροχής και από τις πηγές του Σεντινίκου, της Ντραμπάτοβας, της Κρύας και της Τούμπας, αλλά και από μικρότερες πηγές και εποχικούς χείμαρρους που κατεβαίνουν κυρίως από το Μιτσικέλι. Η λίμνη Παμβώτιδα παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον οικοσύστημα, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. 

Μεγάλο μέρος των ακτών της καταλαμβάνουν οι καλαμιές. Η χλωρίδα επίσης περιλαμβάνει πολλα είδη υδρόβιων και ελόβιων φυτών, όπως το νούφαρο και το παπύρι, με το οποίο ως πρόσφατα οι γυναίκες του Νησιού κατασκεύαζαν ψάθες. Η πανίδα της περιλαμβάνει 13 είδη ψαριών. Υπάρχουν επίσης αμφίβια, όπως βάτραχοι, νεροφίδες, καθώς και μια μεγάλη ποικιλία πτηνών.

Η λίμνη αναφέρεται για πρώτη φορά με το όνομα Παμβώτις το 12ο αιώνα μ.Χ. από τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο. Από μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι οι απαρχές της δημιουργίας της λίμνης ανάγονται στη γεωλογική περίοδο του Πλειόκαινου. Η ονομασία Παμβώτις (δηλαδή αυτή που τρέφει τους πάντες) οφείλεται πιθανώς στην πλούσια πανίδα και χλωρίδα της λίμνης και την ευφορία που προσέφεραν τα νερά της στη γύρω πεδιάδα. Η πεδιάδα αυτή ταυτίζεται με την Ελλοπία, που αναφέρεται στο χαμένο σήμερα ποίημα του Ησιόδου «Ηοῖαι».

Κατά τη  βυζαντινή περίοδο η μικρή χεραόνησος έναντι της λίμνης οχυρώθηκε με ισχυρό κάστρο, που αποτέλεσε τον πυρήνα της πόλης των Ιωαννίνων. Στο κάστρο αυτό ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας, ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου εγκατέστησε στις αρχές του 13ου αιώνα μερικές αριστοκρατικές οικογένειες, όπως η οικογένεια των Φιλανθωπηνών, των Στρατηγόπουλων, κ.ά. που κατέφυγαν στην Ήπειρο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους. Μέλη των επιφανών αυτών οικογενειών έχτισαν μερικά από τα σημαντικότερα Μοναστήρια στο Νησί.

Τη βυζαντινή εποχή η λίμνη των Ιωαννίνων  αναφέρεται ως Μέγας Οζερός, από τη σλάβικη λέξη οζερός που σημαίνει λίμνη. Στις βυζαντινές πηγές (Χρονικό των Ιωαννίνων) υπάρχει αναφορά σε μια ναυμαχία που έγινε στη λίμνη. Με τη λίμνη συνδέονται και δύο άλλα γεγονότα. Το πρώτο σχετίζεται με την ίδρυση της Ιεράς Μονής Παναγίας Ντουραχάν. Σύμφωνα με την παράδοση, μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1434 ο Τουραχάν πασάς, μπεηλέρμπεης της Ρούμελης, πέρασε με το στρατό του πάνω από την παγωμένη λίμνη κατευθυνόμενος στα Ιωάννινα. Ο Τουραχάν δεν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, αφού είχε την εντύπωση ότι διέσχιζε χιονισμένη πεδιάδα. Όταν πληροφορήθηκε ότι η «χιονισμένη πεδιάδα» ήταν η παγωμένη λίμνη, απέδωσε τη σωτηρία του στην Παναγία, στην οποία ήταν αφιερωμένο ένα μικρό εκκλησάκι στην όχθη της. Για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του ο Τουραχάν έχτισε το ομώνυμο Μοναστήρι στη νοτιοανατολική όχθη της λίμνης, στους πρόποδες του όρους Μιτσικέλι.

Το δεύτερο γεγονός έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου και αφορά την τραγική ιστορία της κυρά –Φροσύνης. Η Φροσύνη, που καταγόταν από αρχοντική οικογένεια των Ιωαννίνων, όμορφη και με ισχυρή προσωπικότητα διατηρούσε δεσμό με το γιο του Αλή πασά, του Μουχτάρ. Ο δεσμός έγινε γνωστός από τη γυναίκα του Μουχτάρ, η οποία ζήτησε από τον πεθερό της εκδίκηση για την προσβολή που δέχτηκε.  Ο Αλής διέταξε να συλλάβουν τη Φροσύνη, κατηγορώντας την για μοιχεία. Η Φροσύνη συνελήφθη, μαζί με άλλες 17 γυναίκες ελευθέρων ηθών, και φυλακίστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Κοπάνων, στη  βορειοδυτική πλευρά της λίμνης. Η σύλληψή της προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στα Ιωάννινα, ωστόσο κανένας από τους προύχοντες της πόλης δε θέλησε να παρέμβει για τη σωτηρία της στον Αλή πασά, ο οποίος παρέμεινε επί δύο μέρες αναποφάσιστος για την τύχη της αρχόντισσας. Κατ’ άλλη εκδοχή, ο Αλής ήταν ερωτευμένος με την κυρά –Φροσύνη, όμως εκείνη δεν δέχτηκε  να γίνει ερωμένη του. Τελικά ο Αλή πασάς διέταξε να θανατωθούν  οι 18 γυναίκες, τις οποίες έπνιξαν στη λίμνη μια νύχτα του 1801. Η λαϊκή μούσα τραγούδησε τον άδικο χαμό της αρχόντισσας Φροσύνης με τους παρακάτω στίχους:  «Χίλια καντάρια ζάχαρη να ρίξω μες στη λίμνη για να γλυκάνει το νερό να πιει η κυρά – Φροσύνη».

Στη λίμνη των Ιωαννίνων είναι χτισμένος στη βορειονατολική πλευρά  μικρός οικισμός, του οποίου η δημιουργία ανάγεται στο 16ο αιώνα. Το 1291-1292 ανακαινίστηκε ή, σύμφωνα με άλλους  ερευνητές, ιδρύθηκε το Καθολικό της Ιεράς Μονής του Αγίου Νικολάου από το Μιχαήλ Φιλανθρωπηνό, γόνο της ομώνυμης βυζαντινής οικογένειας. Την ίδια περίπου εποχή και πλησίον της Μονής Φιλανθρωπηνών, ιδρύθηκε και μια δεύτερη Μονή αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, από τη βυζαντινή οικογένεια των Στρατηγόπουλων. Οι δύο Μονές, χτισμένες στη δυτική πλευρά του Νησιού, απέναντι από την πόλη των Ιωαννίνων, εγκαινίασαν μια ιδιότυπη μορφή μοναχισμού που χαρακτηρίζει τη μοναστική πολιτεία του Νησιού.

Από την αυτοβιογραφία των Μοναχών Αψαράδων πληροφορούμαστε ότι στη νοτιοανατολική πλευρά του Νησιού υπήρχε το 15ο αιώνα το ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος. Το 1506-1507 χτίστηκε εκεί κοντά το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου από τους αδελφούς Ιερομόναχους Νεκτάριο και Θεοφάνη, που κατάγονταν από τη μεγάλη αρχοντική οικογένεια των Αψαράδων.

Ο 16ος αιώνας είναι περίοδος μεγάλης ακμής για τα Μοναστήρια του Νησιού. Στις αρχές του αιώνα ανακαινίστηκε το Καθολικό της Ιεράς Μονής των Φιλανθρωπηνών, το οποίο αγιογραφήθηκε γύρω στο 1531-1532. Λίγο αργότερα, το 1542 και το 1560 έγιναν νέες προσθήκες στο Καθολικό και ολοκληρώθηκε η αγιογράφησή του.  Την ίδια περίπου εποχή αγιογραφήθηκε και το Καθολικό της Ιεράς Μονής Στρατηγόπουλου. Τέλη του ίδιου αιώνα χτίστηκε και η Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου των Μεθοδάτων, που αργότερα μετονομάστηκε Ελεούσα. Η ακμή συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες, αφού επισκευάστηκαν και χτίστηκαν και άλλα Μοναστήρια, όπως η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η Ιερά Μονής Μετανορφώσεως και η Εκκλησία της Κοιμήσεως στον οικισμό.

Στις αρχές του 19ου αιώνα η ακμαία μοναστική κοινότητα είχε αρχίσει να κάμπτεται και τα Μοναστήρια χρησίμευαν ως τόπος διαμονής φυλακισμένων. Ισχυρό πλήγμα δέχτηκε το Νησί κατά την πολιορκία του Αλή πασά (1820-1822). Τα σουλτανικά στρατεύματα έκανα απόβαση στο Νησί για να σταματήσουν την τροφοδοσία του Αλή, που γινόταν μέσω της λίμνης. Το μεγαλύτερο μέρος των Μοναστηριών λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε, ενώ πολλοί κάτοικοι εκτοπίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Το 1822, σε ένα από τα κελιά της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος άφησε την τελευταία του πνοή και ο θρυλικός Αλή πασάς των Ιωαννίνων. Στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε η ανοικοδόμηση των περισσότερων Μοναστηριών, τα οποία πήραν τη μορφή που έχουν σήμερα. Από το 18ο έως και τις αρχές του 20ου αιώνα οι περισσότερες Μονές σχετίζονται με τις δραστηριότητες των γιαννιώτικων συντεχνιών. 

Το 1872 εγκαινιάστηκε στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως η Ιερατική Σχολή, σε μια προσπάθεια αναβίωσης του εκπαιδευτικού ρόλου των Μοναστηριών του Νησιού. Η Σχολή έπαψε να λειτουργεί το 1922, με την απαλλοτρίωση της κτηματικής μοναστηριακής περιουσίας.   Κατά τα έτη 1926-1929, στο ίδιο Μοναστήρι λειτούργησε με δαπάνες του κράτους Ιεροδιδασκαλείο. Αργότερα, στο κτιριακό συγκρότημα της Ιερατικής Σχολής λειτούργησε Σχολή Νηπιαγωγών. Κατά τη δεκαετία του 1960 πραγματοποιήθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία σημαντικές εργασίες στις Ιερές Μονές Φιλανθρωπηνών και Στρατηγόπουλου καθαρισμού των τοιχογραφιών, καθώς και αναστήλωσης στο Καθολικό αυτών.

Μέχρι σήμερα πραγματοποιούνται εργασίες συντήρησης και επαναλειτουργίας των Μοναστηριών του Νησιού. Σήμερα το Νησί κατοικείται από 500 κατοίκους, ενώ λιθόστρωτοι δρόμοι αποτελούν τους δύο βασικούς οδικούς άξονες, παρά το γεγονός ότι δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα. Ο πρώτος οδηγεί βορειοανατολικά στις Ιερές Μονές των Αγίων Παντελεήμονος και Προδρόμου, ενώ ο άλλος νότια στις Ιερές Μονές Φιλανθρωπηνών, Στρατηγόπουλου, Ελεούσης και Μεταμορφώσεως.

 

Η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπηνών   

Η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπηνών ή του Σπανού είναι ένα από τα σημαντικότερα Μοναστήρια που σώζονται στο Νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Είναι χτισμένη σε βραχώδες ύψωμα στο νοτιοδυτικό άκρο του οικισμού και σε μικρή απόσταση  από την Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Στρατηγοπούλου ή Ντίλιου. Αποτελείται από το Καθολικό, αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, την ερειπωμένη Τράπεζα και τα μεταγενέστερα διώροφα κελιά, ενώ λιθόκτιστος περίβολος διατρέχει το μοναστηριακό συγκρότημα. 

Η ιστορία της Ιεράς Μονής συνδέεται με τη μεγάλη βυζαντινή αρχοντική οικογένεια των Φιλανθρωπηνών, που εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα μετά το 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Φράγκους. Η δεύτερη επωνυμία της σχετίζεται με κάποια οικογένεια Σπανού, που πιθανώς ευεργέτησε την Ιερά Μονή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Για την ίδρυση του Μοναστηριού δεν έχουν διασωθεί πολλά στοιχεία. Το Καθολικό πρέπει να χτίστηκε αρχικά τη βυζαντινή εποχή και συγκεκριμένα πριν το 1291-1292, οπότε ανακαινίστηκε από το Μιχαήλ Φιλανθρωπηνό, ιερέα και οικονόμο της Μητρόπολης Ιωαννίνων. Για την ιστορία  της Ιεράς Μονής είναι σημαντικές οι επιγραφές που σώζονται στον Ιερό Ναό και οι ενεπίγραφες μνείες θανάτου των πέντε Φιλανθρωπηνών, που εικονίζονται σε τοιχογραφία του νάρθηκα.

Την ανακαίνιση του 13ου αιώνα ακολούθησε κατά το 16ο αιώνα μερική ανακατασκευή  του βυζαντινού κτίσματος και αγιογράφηση του Ιερού Ναού, πιθανώς το 1531-1532. Το 1542 έγιναν στο Καθολικό εργασίες από τον Ιωάσαφ Φιλανθρωπηνό, οι οποίες συνεχίστηκαν και το 1560, όταν ολοκληρώθηκε η αγιογράφησή του. Λοιπές πληροφορίες μας παρέχονται από διαθήκες επιφανών Γιαννιωτών εμπόρων. Το 1892 η Ιερά Μονή είχε περιπέσει σε αφάνεια και για το λόγο αυτό προσαρτήθηκε στην Ιερά Μονή Ελεούσης. Σύμφωνα με την παράδοση, στην Ιερά Μονή λειτουργούσε εκπαιδευτήριο, το οποίο είχε ιδρυθεί κατά τη βυζαντινή εποχή. Το πνευματικό κύρος της Ιεράς Μονής ήταν μεγάλο και συνδέεται με αυτό ο περίφημος «Κουβαράς». Ο «Κουβαράς» ήταν χειρόγραφος κώδικας, που τυλιγόταν σαν κουβάρι, στον οποίο οι Μοναχοί, ήδη από τη βυζαντινή εποχή, κατέγραφαν ιστορίες ή ενθυμήσεις σημαντικών γεγονότων από την Ήπειρο. Ο «Κουβαράς» είχε μεταφερθεί στα Ιωάννινα και κάηκε το 1820, στη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης.

Σήμερα ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου αποτελείται από τον κυρίως Ναό, το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα. Ο Ναός παρουσιάζει εξωτερικά μορφή τρίκλιτης βασιλικής, με υψωμένο το κεντρικό κλίτος. Η σημερινή μορφή του Καθολικού είναι αποτέλεσμα των συνεχών ανακαινίσεων που υπέστη στη μακραίωνη ιστορία του. Σύμφωνα με την επιγραφή που σώζεται πάνω από τη δυτική θύρα του Ναού, ο αρχικός Ναός, του οποίου τη μορφή δε γνωρίζουμε, ανακαινίστηκε το 1291-1292 από το Μιχαήλ Φιλανθρωπηνό.

Οι τοιχογραφίες του Καθολικού της Ιεράς Μονής Φιλανθρωπηνών έγιναν σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Στην πρώτη φάση, που χρονολογείται γύρω στο 1531-1532 ανήκουν οι τοιχογραφίες  που καλύπτουν τις επιφάνειες των τοίχων του κυρίως Ναού και του Ιερού βήματος, ως τη γένεση της καμάρας.  Οι παραστάσεις αναπτύσσονται σε τέσσερις επάλληλες ζώνες, με συνεχή αφήγηση. Διακοσμητικά μοτίβα, ολόσωμοι Άγιοι και σκηνές από το Θεομητορικό και το Χριστολογικό κύκλο συνθέτουν το εικονογραφικό πανόραμα. Οι Άγιοι φορούν πολυτελείς ενδυμασίες και έχουν χρυσωμένα φωτοστέφανα. Πάνω από τους ολόσωμους Άγιους εκτυλίσσονται σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού, με ιδιαίτερη έμφαση στον κύκλο των Παθών και της Ανάστασης. Αξιοπρόσεκτη είναι η σκηνή της Βρεφοκρατούσας στο δυτικό τοίχο, που χαρακτηρίζεται από δυναμική κίνηση των μορφών και δραματικότητα. Οι τοιχογραφίες της πρώτης αυτής περιόδου είναι έργο αγνώστου, αλλά αξιόλογου ζωγράφου. Διακρίνονται για τον αφηγηματικό τους χαρακτήρα, την κομψότητα και τη δυναμικότητα των μορφών και τη θεατρικότητα των παραστάσεων. Ο ανώνυμος ζωγράφος είναι γνώστης της τέχνης της εποχής των Παλαιολόγων, αλλά και της σύγχρονή του Κρητικής τέχνης, ενώ έχει επιρροές από την Ιταλική τέχνη.

Η δεύτερη φάση της αγιογράφησης του Καθολικού έγινε το 1542, με δαπάνη και φροντίδα  του Ηγουμένου Ιωάσαφ Φιλανθρωπηνού.  Το 1560, με δαπάνη του Ηγουμένου Ιωάσαφ Φιλανθρωπηνού και «των αυτού» φοιτητών» έγινε η προσθήκη του εξωνάρθηκα στα δυτικά και των δύο ναρθήκων στη νότια και τη βόρεια πλευρά του Ναού, όπου μεταξύ άλλων αγιογραφούνται Αίνοι και παραβολές από την Καινή Διαθήκη και την Παλαιά Διαθήκη. Στο δυτικό τοίχο του νότιου εξωνάρθηκα εικονίζονται επίσης επτά Έλληνες σοφοί της αρχαιότητας, ο Πλάτων, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Θουκυδίδης και ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Η απεικόνιση των αρχαίων φιλοσόφων ανάγεται σε απόκρυφα κείμενα του 5ου αιώνα, που αναβιώνουν στο 14ο αιώνα και έχουν ως θέμα τις προφητείες των επτά φιλοσόφων για το Χριστό. 

Οι τοιχογραφίες της Ιεράς Μονής Φιλανθρωπηνών αποτελούν σταθμό στην τέχνη του 16ου αιώνα. Ο πλούτος του εικονογραφικού προγράμματος του Καθολικού, με τις 170 μορφές Αγίων και τις περίπου 350 παραστάσεις, μαρτυρεί την υψηλή αισθητική εμπειρία των Ηγουμένων της Μονής και το υψηλό επίπεδο των ζωγράφων.  Οι τοιχογραφίες αυτές θεωρούνται το πιο ώριμο δημιούργημα της «Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας» ή «Ηπειρωτικής Σχολής», δηλαδή του καλλιτεχνικού ρεύματος που αναπτύχτηκε αρχικά στην Ήπειρο το 16ο αιώνα και στη συνέχεια εξαπλώθηκε στο δυτικό και κεντρικό ελλαδικό χώρο.

 

Η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Στρατηγοπούλου ή Ντίλιου

Η Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Στρατηγοπούλου ή Ντίλιου είναι χτισμένη στη βορειοανατολική πλευρά του Νησιού, κοντά στην Ιερά Μονή των Φιλανθρωπηνών. Αποτελείται από το Καθολικό και από ένα ενσωματωμένο στη δυτική πλευρά διώροφο κελί, με περιβολότοιχο γύρω της, περικλείοντας τα ερείπια παλαιότερων κελιών και βοηθητικών χώρων.  Η Ιερά Μονή Στρατηγοπούλου ιδρύθηκε πιθανώς το 13ο αιώνα από την ομώνυμη Βυζαντινή οικογένεια, η οποία εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα το 1204, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας.  

Για την Ιερά Μονή δεν υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες. Στα μέσα του 16ιυ αιώνα δημιουργήθηκαν οι τοιχογραφίες του Καθολικού, με δαπάνη των Ιερομονάχων Νήφωνος και Σωφρονίου. Το 17ο αιώνα το Μοναστήρι ευεργετήθηκε από την οικογένεια Ντίλιου, στην οποία οφείλεται η δεύτερη επωνυμία του.  Σύμφωνα με μια παράδοση, στην Ιερά Μονή λειτουργούσε η περίφημη Σχολή των Δεσποτών.

Το Καθολικό είναι μονόχωρος ξυλόστεγος Ιερός Ναός, που είναι χτισμένος με ακανόνιστους λίθους. Η κύρια είσοδος στο Καθολικό βρίσκεται στη νότια πλευρά του νάρθηκα. Πάνω από αυτήν ανοίγεται ένα μικρότερο αψίδωμα με τοιχογραφία στην οποία εικονίζεται ο τιμώμενος Άγιος Νικόλαος.  Η τοιχογραφία, σύμφωνα με την επιγραφή που φέρει, είναι έργο του ζωγράφου Πέτρου Γεωργιάδη και δημιουργήθηκε το 1849. Μια δεύτερη είσοδος, στη δυτική πλευρά, οδηγεί στο ενσωματωμένο διώροφο κελί που χρονολογείται στην εποχή της Τουρκοκρατίας, ανακαινίστηκε ριζικά τη δεκαετία του 1990.

Το Καθολικό της Ιεράς Μονής έχει τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 1542-1543 και έγιναν με δαπάνη και φροντίδα του Οσίου Νήφωνος και του κυρού Σωφρονίου. Οι τοιχογραφίες αποτελούν εξαίρετο έργο αγνώστου καλλιτέχνη. Οι παραστάσεις κατανέμονται σε τρεις ζώνες και φέρουν πλαίσια με κόκκινο χρώμα, κατά το σύστημα αγιογράφησης των ζωγράφων της Κρητικής Σχολής. Εντυπωσιακή είναι η σκηνή της Σταύρωσης στο αέτωμα που διαμορφώνει η στέγη στη δυτική πλευρά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις σκηνές των Παθών του Κυρίου. Ολόκληρο τον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα καταλαμβάνει η σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας. Η σκηνή είναι πολυπρόσωπη και μνημειακή.  Στο βόρειο, το νότιο και το δυτικό τοίχο του νάρθηκα υπάρχουν 28 σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και ιδιαίτερα από την παιδική της ηλικία.

Ο ζωγράφος των τοιχογραφιών αυτών δημιουργεί συνθέσεις ολιγοπρόσωπες, χωρίς έντονες χρωματικές συνθέσεις. Στην τέχνη του διακρίνονται στοιχεία από την Κρητική Σχολή και επιρροές από την ιταλική υστερογοτθική και αναγεννησιακή τέχνη. Η ζωγραφική του αποτελεί μια άλλη καλλιτεχνική τάση, διαφορετική από αυτή που συναντάμε στη γειτονική Μονή των Φιλανθρωπηνών. Το έργο του ωστόσο εντάσσεται στο καλλιτεχνικό ρεύμα της λεγομένης «Σχολής της Βορειοδυτικής Ελλάδας», της οποίας εκπρόσωποι είναι ο Φράγκος Κατελάνος και οι Γεώργιος και Φράγκος Κοντάρης.

Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Ιερού Ναού χρονολογείται στο 18ο αιώνα και παρουσιάζει πλούσιες συνθέσεις.

 Οι δεσποτικές εικόνες φυλάσσονται σήμερα και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί πιστά αντίγραφα. Από αυτές πολύ σημαντική είναι η εικόνα του Χριστού στον τύπο του Μεγάλου Αριχερέα, η οποία χρονολογείται στο 17ο αιώνα.

 

Η Ιερά Μονή Ελεούσης

Η Ιερά Μονή Ελεούσης βρίσκεται νοτιότερα από τις Ιερές Μονές Φιλανθρωπηνών και Στρατηγοπούλου. Είναι χτισμένη στους πρόποδες κατάφυτου λόφου, κοντά στην όχθη της λίμνης και περικλείεται από ψηλό περιβολότοιχο. Αρχικά το Μοναστήρι ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο  των Ανέμων και ονομαζόταν «των Μεθοδάτων» ή «των Γκιουμάτων» από τις οικογένειες που πιθανώς το ευεργέτησαν. Σήμερα η Ιερά Μονή είναι γνωστή ως Παναγία Ελεούσα. Η μετονομασία της συνδέεται με τη θαυματουργή εύρεση της εικόνας της Θεοτόκου, η οποία μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή το 16ο αιώνα. Σύμφωνα με ενθύμηση του 1584, η εικόνα βρισκόταν αρχικά στη βυζαντινή Μονή της Αγίας Παρασκευής στα Ιωάννινα, που ήταν χτισμένη στη θέση της σημερινής Νομαρχίας. Όταν στα τέλη του 16ου αιώνα η Ιερά Μονή μετατράπηκε σε Τζαμί, γνωστό ως Ναμάζ-γκιάχ, η εικόνα διασώθηκε από κάποιο Χριστιανό, αλλά με την πάροδο του χρόνου τα ίχνη της χάθηκαν. Το 1584 η Μοναχή Παρθενία βρήκε την εικόνα και τη μετέφερε στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου στο Νησί, η οποία έκτοτε μετονομάστηκε σε Ιερά Μονή Ελεούσης. Η παράδοση επιβεβαιώνεται από επιγραφή που είναι χαραγμένη στο ασημένιο επίθημα του 1769 και κάλυπτε μέχρι πρόσφατα την εικόνα.

Για την ίδρυση της Ιεράς Μονής δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες. Σίγουρα όμως ήταν χτισμένη το 16ο αιώνα. Στις αρχές του 18ου αιώνα ο Ηγούμενος αυτής Νικηφόρος αποφάσισε να ανακαινίσει το Μοναστήρι. Για αυτό απέστειλε τους Μοναχούς Δωρόθεο και Γεράσιμο να συλλέξουν δωρεές, προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες, οι οποίες τελικά ολοκληρώθηκαν μεταξύ των ετών 1724-1748.

Το 19ο αιώνα οι Ηγούμενοι απέδωσαν στην Ιερά Μονή την ονομασία «Ελεούσης και Σωτήρος» από τη γειτονική Μονή της Μεταμορφώσεως, η οποία το 1822 πυρπολήθηκε κατά την πολιορκία του Αλή πασά από τα σουλτανικά στρατεύματα. Το 19ο αιώνα, επί Ηγουμένου Αββακούμ, έγινε ανακατασκευή σε πολλά από τα κτίσματα της Ιεράς Μονής, ενώ παράλληλα αυξήθηκε η ακίνητη περιουσία της. Ο Αββακούμ ίδρυσε το 1872 την Ιερατική Σχολή σε έκταση της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως, η οποία λειτούργησε ως το 1922, οπότε και διεκόπη η λειτουργία της μετά την απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας. Το 1924 ιδρύθηκε στα κελιά της Ιεράς Μονής Ελεούσης, με δαπάνες του ελληνικού κράτους, Ιεροδιδασκαλείο, το οποίο διέκοψε τη λειτουργία του το 1929.

Η Ιερά Μονή περιλαμβάνει το Καθολικό και τα κελιά. Το Καθολικό χτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα στον τύπο της μονόχωρης, θολοσκέπαστης βασιλικής. Η σημερινή του μορφή οφείλεται στις εργασίες που έγιναν μεταξύ των ετών 1724-1748 από τον Ηγούμενο Νικηφόρο. Η πρόσβαση στον Ιερό Ναό γίνεται από τη βόρεια πλευρά του εξωνάρθηκα, που προστατεύεται από χαμηλό χαγιάτι.

Στο εσωτερικό του Καθολικού υπάρχουν τοιχογραφίες, που χρονολογούνται σε τρεις διαφορετικές περιόδους. Οι τοιχογραφίες της πρώτης φάσης του Καθολικού χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα και αποδίδονται στο εργαστήριο των αξιόλογων ζωγράφων  αδελφών Κονταρή. Φυτικά κοσμήματα και ολόσωμοι άγιοι στο κάτω μέρος και στο πάνω μέρος σκηνές από το βίο του Χριστού, που περιβάλλονται από κόκκινα πλαίσια. Στο δυτικό τμήμα του Καθολικού, που αντιστοιχεί στον αρχικό νάρθηκα και  ανήκει στη δεύτερη φάση εικονογραφούνται σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο και σκηνές από το βίο της Παναγίας. Το 1759 ο νάρθηκας που κατασκευάστηκε τοιχογραφήθηκε από το ζωγράφο Αναστάσιο από το Καπέσοβο Ζαγορίου.

Η Ιερά Μονή διαθέτει επίσης σπουδαίες φορητές εικόνες, όπως τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσης του 1500, η οποία έφερε αργυρή επένδυση, καθώς και τις εικόνες της ένθρονης Βρεφοκρατούσας Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, με σκηνές από το βίο του, έργα του 16ου αιώνα. Στην Ιερά Μονή φυλάσσονται επίσης πολλά έντυπα βιβλία, που έχουν εκδοθεί στη Βενετία, καθώς και σημαντικά κειμήλια.

 

Η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

Η Ιερά Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος βρίσκεται κοντά στην Ιερά Μονή Ελεούσης, στη νοτιοδυτική πλευρά του Νησιού. Χτίστηκε πιθανόν στις αρχές του 17ου αιώνα, όπως συνάγεται από σωζόμενη σφραγίδα της Ιεράς Μονής με χρονολογία 1656. Για την αρχική φάση της Ιεράς Μονής δεν υπάρχουν μαρτυρίες. Η Μονή είχε ευεργετηθεί από τον Πάνο Ιερομνήμονα, ένα επιφανή Γιαννιώτη έμπορο στη Βενετία. Το 1822 η Ιερά Μονή πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Ιωαννίνων από τα σουλτανικά στρατεύματα. Μετά την καταστροφή της η Μεταμόρφωση περιήλθε στη γειτονική Μονή, την οποία έκτοτε οι Ηγούμενοί της την ονόμασαν «Ελεούσης και Σωτήρος».

Ο σημερινός Ναός χτίστηκε το 1850 με δαπάνη του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Ελεούσης, Αββακούμ. Το 1872  ο Αββακούμ ίδρυσε Ιερατική Σχολή , που λειτούργησε ως το 1922, με την άδεια του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, ο οποίος της παραχώρησε το 1872 το σχετικό φιρμάνι. Το 1873 η Ιερά Μονή και η Ιερατική Σχολή έγιναν σταυροπηγιακές με Πατριαρχικό Σιγίλιο και εξαρτώνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σήμερα η κύρια Μονή έχει Μοναχούς, οι οποίοι εγκαταβιούν σύμφωνα με το κοινοβιακό σύστημα.

Το Καθολικό είναι χτισμένο στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Η είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά και προστατεύεται από χαγιάτι, ενώ μια δεύτερη είσοδος υπάρχει δυτικά.  Ο Ιερός Ναός τοιχογραφήθηκε το 1851 από το Μοναχό Άνθιμο από το Άγιο Όρος. Στους πλευρικούς τοίχους απεικονίζονται μεγάλες μορφές ολόσωμων αγίων, μεταξύ αυτών των δύο Νεομαρτύρων Αγίου Ιωάννη και Αγίου Γεώργιου.  Στο δυτικό τοίχο εικονίζεται ο Ηγούμενος Αββακούμ να κρατά ομοίωμα του Ναού. Αξιόλογο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο, καθώς και ο ξυλόγλυπτος άμβωνας, με ζωγραφιστή διακόσμηση με λουλούδια και φρούτα.

 

Η Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού

Η Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλιού είναι χτισμένη στην κορυφή πευκόφυτου λόφου, στο ψηλότερο σημείο του Νησιού. Δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για την Ιερά Μονή. Πρέπει να χτίστηκε τν υστεροβυζαντινή περίοδο. Πάντως το 1822 καταστράφηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα και ξαναχτίστηκε αργότερα, ενσωματώνοντας στους τοίχους της αρχιτεκτονικά λείψανα του παλαιότερου ναού. Το 19ο αιώνα την επιμέλεια της Μονής ανέλαβε η συντεχνία των γουναράδων. Το 1833 αγιογραφήθηκε το ιερό και το 1918 έγιναν οι τοιχογραφίες του κυρίως Ναού. Ανάμεσα στα λιγοστά κειμήλια της Ιεράς Μονής που διασώθηκαν είναι και ένας ασημένιος σταυρός αγιασμού με τη χρονολογία 1821, ο οποίος φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Ελεούσης.  Σήμερα στην κορυφή του λόφου του Προφήτη Ηλία εκτός από την ομώνυμη Μονή υπάρχουν τα ερείπια οχυρωματικών έργων του Αλή πασά, αλά και τα λείψανα τουρκικών πολυβολείων του 1912-1913.   

Το Καθολικό είναι μονόχωρος Ναός και είναι χτισμένος με αργολιθοδομή. Εσωτερικά ο Ιερός Ναός είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες που έγιναν σε δύο φάσεις. Στην αψίδα του Ιερού Βήματος εικονίζεται η Πλατυτέρα, ένθρονη Βρεφοκρατούσα. Σύμφωνα με σωζόμενη επιγραφή οι παλαιότερες τοιχογραφίες  του ιερού έγιναν το 1833 από το Γιαννιώτη ζωγράφο Θεοδόσιο και το γιο του Κωνσταντίνο. Ο κυρίως Ναός αγιογραφήθηκε σε δεύτερη φάση το 1918, πιθανόν από το ζωγράφο Πολύκαρπο Αναστασίου.

 

Η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος

 

Η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος είναι γνωστή για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν εκεί και σχετίζονται με τις τελευταίες μέρες και τη δολοφονία του Αλή πασά, που έγινε στα κελιά της τον Ιανουάριο το 1822. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την Ιερά Μονή Προδρόμου, νοτιοανατολικά της κοινότητας του Νησιού. Η παλαιότερη μαρτυρία για τον Ιερό Ναό υπάρχει στην αυτοβιογραφία των Αψαράδων. Εκεί αναφέρεται  ότι κοντά στο χώρο που κτίστηκε η Ιερά Μονή Προδρόμου βρισκόταν το ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος, όπου είχε μονάσει ο Μοναχός Αντώνιος. Έτσι συνάγεται ότι στην ίδια θέση υπήρχε Ναός ήδη από το 15ο αιώνα. Το 1800 ο Ναός καταστράφηκε από ένα μεγάλο βράχο που έπεσε από γειτονικό λόφο. Ο Ναό επισκευάστηκε, όμως το 1810 καταστράφηκε ξανά από άλλο βράχο. Τότε ο Ναός επισκευάστηκε εκ νέου από τον Ηγούμενο Ανανία. Στις αρχές του 20ου αιώνα η γιαννιώτικη συντεχνία των τσαρουχάδων ή σανδαλοποιών, οι οποίοι είχαν ως προστάτη τους τον Άγιο Παντελεήμονα, ανέλαβαν την Ιερά Μονή.

Η Ιερά Μονή αποτελείται από το Καθολικό και τα κελιά, που υπάρχουν τη βόρεια και τη νότια πλευρά. Το Καθολικό είναι μικρών διαστάσεων βασιλική. Η κύρια είσοδος του Ναού βρίσκεται στη νότια πλευρά και είναι χαμηλή. Ο χώρος φωτίζεται από λιγοστά παράθυρα. Έχουν βρεθεί ερείπια, τα οποία πιθανόν αποτελούν αρχιτεκτονικά λείψανα του ησυχαστηρίου του Αγίου Παντελεήμονος. Πάντως ο σημερινός Ναός αποτελεί ανακατασκευή που έγινε τα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας (19ος αιώνας).

Οι τοίχοι του Ναού εσωτερικά είναι καλυμμένοι με ασβέστη, όμως διαφαίνονται  αποσπασματικά τοιχογραφίες. Οι μορφές εικονίζονται ολόσωμες σε σκούρο πράσινο βάθος, ενώ ανήκουν σε τέσσερις ζωγραφικές φάσεις ( 15ου, 16ου, 17ου, 19ου). Χαρακτηριστική είναι η παράσταση της Δέησης με τον Άγιο Νικόλαο και η τοιχογραφία της ένθρονης Θεοτόκου.

Πάνω από το τόξο της τοιχισμένης σήμερα εισόδου του αρχικού Ναού υπήρχε επιγραφή, που είναι κατεστραμμένη.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Ναού, του 16ου -17ου αιώνα, είναι διακοσμημένο με επίχρυσο ανάγλυφο  πάνω σε μπλε και κόκκινο φόντο.  Οι δεσποτικές εικόνες χρονολογούνται στο 19ο αιώνα και είναι έργα του ζωγράφου Αδαμάντιου Ορασάνου. Οι εικόνες αυτές, καθώς και η εικόνα με θέμα την Αγία Λουκία και τον Άγιο Αντώνιο με σκηνές από το βίο του, που βρίσκεται σε προσκυνητάρι του Ναού, είναι δωρεά του Γιαννιώτη Αναστασίου Μελά, πρόξενου στη Ρωσία. Στον Ιερό Ναό διασώθηκαν πολλές εικόνες, που βρίσκονται σήμερα στη συλλογή της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, μεταξύ αυτών η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονος και του Αγίου Νικολάου.

Τα κελιά που σώζονται στη βόρεια πλευρά, όπου βρισκόταν και το Ηγουμενείο της Ιεράς Μονής, στεγάζουν σήμερα τη συλλογή χειρογράφων και παλαιοτύπων από τις Ιερές Μονές του Νησιού. Στα πρόσφατα αναστηλωμένα κελιά της νότιας πλευράς δολοφονήθηκε ο Αλή πασάς. Σήμερα αυτά τα κελιά λειτουργούν ως Μουσείο της Προεπαναστατικής περιόδου.       

 

Η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου

Η Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου χτίστηκε το 1506-1507 στην ανατολική πλευρά του Νησιού από τους αδελφούς Ιερομονάχους Αψαράδες, το Νεκτάριο και το Θεοφάνη. Πληροφορίες σχετικά με την Ιερά Μονή λαμβάνουμε από την αυτοβιογραφία των δύο κτητόρων. Το 1505 επέλεξαν τη θέση Γούβα, κοντά στην όχθη της λίμνης, όπου παλαιότερα υπήρχε Ναϋδριο, και βρισκόταν κοντά στο ησυχαστήριο του Αγίου Παντελεήμονος, για να ανεγείρουν την Ιερά Μονή. Το Καθολικό χτίστηκε σε επαφή με τη σπηλιά, καθώς και τα κελιά, τα οποία σήμερα δε σώζονται στην αρχική τους κατάσταση.  Παράλληλα με την ανέγερση του Καθολικού της Ιεράς Μονής του Προδρόμου, οι δύο αδελφοί φρόντισαν και για την ανακαίνιση  της Ιεράς Μονής του Αγίου Νικολάου «εν τω Λεπενώ», που είχε ιδρύσει πιθανόν ο πατέρας τους, καθώς και για την κατασκευή κελιού για τις τρεις αδελφές τους, επίσης Μοναχές, στο Νησί.

Το 1510-1511 οι δύο Ιερομόναχοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ιερά Μονή και να καταφύγουν στα Μετέωρα. Τα επόμενα χρόνια δεν υπάρχουν πληροφορίες για την Ιερά Μονή του Προδρόμου. Το 1789 το Καθολικό τοιχογραφήθηκε με τη φροντίδα του Ηγουμένου Αναστασίου και δαπάνη της συντεχνίας των κρασοπούλων, η οποία είχε προστάτη της τον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο.      

Το 1821-1822 κατά την πολιορκία του Αλή πασά από τα σουλτανικά στρατεύματα η Ιερά Μονή υπέστη καταστροφές. Το 1824 και το 1891επιδιορθώθηκαν οι τοιχογραφίες του Καθολικού, με δαπάνη των συντεχνιών των χανιτζήδων και των κρασοπούλων, που εκκλησιάζονταν τακτικά στη Μονή του «Αϊ-Γιαννόπουλου», όπως ονόμαζαν το Μοναστήρι του Προδρόμου.

Από το μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται μόνο το Καθολικό. Τα κελιά είναι νεότερα και έχουν πρόσφατα αναστηλωθεί. Ο Ιερός Ναός είναι χτισμένος σε ένα σπάνιο αρχιτεκτονικό ρυθμό, που συνδυάζει στοιχεία από τον σταυρεπίστεγο και τον αγιορείτικο ή αθωνίτικο τύπο. 

Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του Ιερού Ναού χρονολογούνται στο 1789, σύμφωνα με σχετική επιγραφή πάνω από τη δυτική είσοδο. Η αγιογράφηση έγινε με δαπάνες του Ηγουμένου Αναστασίου και του Βασίλειου Βαλκάνου και των λοιπών μελών του ρουφετίου (συντεχνίας) των κρασοπούλων.  

Το σημερινό ξυλόγλυπτο τέμπλο τοποθετήθηκε το 1789. Σε αυτό έχουν προσαρμοστεί και κομμάτια από το αρχικό τέμπλο του 16ου αιώνα. Από το αρχικό τέμπλο προέρχεται η δεσποτική εικόνα του ένθρονου Χριστού, που χρονολογείται στις αρχές του 16ου αιώνα, η οποία φυλάσσεται στο παρεκκλήσι του Μητροπολιτικού Μεγάρου. Επίσης από την Ιερά Μονή Προδρόμου προέρχεται μια σπάνια εικόνα του ομώνυμου Αγίου με σκηνές από το βίο του.

 

Η Εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου

Η Εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου βρίσκεται στο κέντρο της μικρής κοινότητας του Νησιού και αποτελεί τον ενοριακό της Ναό. Σύμφωνα με επιγραφή, ο Ιερός Ναός ανακαινίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, πιθανώς μετά την καταστροφή που υπέστη το Νησί κατά τα γεγονότα της πολιορκίας του Αλή πασά και της δολοφονίας του, το 1822. Ωστόσο στο δυτικό τοίχο υπάρχει γλυπτό με τη χρονολογία 1614-1615, που πιθανόν προέρχεται από κάποιο ναό που προϋπήρχε στην ίδια θέση. Το 1868 χτίστηκε το κωδωνοστάσιο του Ναού, σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στον πρόσοψή του, ενώ λίγο αργότερα χτίστηκε με χρήματα της Εκκλησίας της Κοιμήσεως και το σχολείο της κοινότητας.

Ο Ιερός Ναός είναι χτισμένος στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Η πρόσβαση στο ναό γίνεται με μικρή κλίμακα, αφού το δάπεδό του βρίσκεται  σε χαμηλότερο επίπεδο.  Ο χώρος του Ναού φωτίζεται από τρία παράθυρα. Η σημερινή μορφή του μνημείου παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την αρχιτεκτονική των ναών της πόλης των Ιωαννίνων, οι περισσότεροι από τους οποίους χτίστηκαν ή ανακαινίστηκαν την ίδια εποχή.  Η γιαννιώτικη αστική αρχιτεκτονική έχει επηρεάσει τη δομή του Ναού, με φεγγίτες, ξυλόγλυπτα ταβάνια και πολύχρωμα δάπεδα. Εσωτερικά το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Ναού έχει φυτικό διάκοσμο, ενώ  και ο άμβωνας και το προσκυνητάρι είναι ξυλόγλυπτα. Οι τοιχογραφίες περιορίζονται στο χώρο του Ιερού βήματος. Από τις σημαντικότερες εικόνες του Ναού είναι: ο Ένθρων Χριστός στον τύπο του Μεγάλου Αρχιερέα, πιθανώς έργο του 17ου αιώνα που έχει δεχτεί επιζωγραφίσεις, ο Άγιος Γεώργιος φονεύων τον δράκοντα, έργο του 17ου αιώνα  και ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις.  

 

Πηγή υλικού

Τα μοναστήρια του Νησιού των Ιωαννίνων, Βαρβάρας Ν. Παπαδοπούλου, αρχαιολόγου, Ιερά Μονή Ελεούσης Νήσου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2004

 

Επιλογή υλικού 

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Θεολόγος ΜΑ - Φιλόλογος PhD Φιλοσοφίας




ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
Powered by active³ CMS - 21/11/2018 2:57:50 μμ