"Ἡ λογοτεχνικὴ πρόσληψη τῆς Ρωμηοσύνης. Ἀπὸ τὴ Ρωμανία τοῦ Τραπεζούντιου Ἄσματος στὴ "Ρωμηοσύνη" τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη"

Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη»
1ο Διεθνὲς Συνέδριο μὲ θέμα «Ἡ Ρωμηοσύνη διαμέσου τῶν αἰώνων»
Ἀμφιθέατρο τοῦ Πολεμικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν
Σάββατο 30 & Κυριακὴ 31 Μαΐου 2009
 

Εἰσηγητής: κ. Νικόλαος Ὀρφανίδης
Μέλος Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐκπαιδευτικῆς Ὑπηρεσίας Κύπρου, Συγγραφέας

Θέμα: "Ἡ λογοτεχνικὴ πρόσληψη τῆς Ρωμηοσύνης. Ἀπὸ τὴ Ρωμανία τοῦ Τραπεζούντιου Ἄσματος στὴ "Ρωμηοσύνη" τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη"

 

Μιλώντας γιὰ τὴ λογοτεχνικὴ πρόσληψη τῆς Ρωμιοσύνης, ὅπως τὴ συναντοῦμε, τόσο στὴ Ρωμανία τοῦ Τραπεζούντιου ἄσματος, ὅσο καὶ στὴ Ρωμιοσύνη τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα στὴν «Πονεμένη Ρωμιοσύνη» τοῦ Φώτη Κόντογλου ἢ τὴν ὑπερήφανη ἀλλὰ καὶ τραυματισμένη «Ρωμιοσύνη» τοῦ Γιάννη Ρίτσου, αὐτὴν τοῦ ἐμφύλιου ἢ μετεμφυλιακοῦ πάθους, ἔχω τὴν ἄποψη πὼς εἰσερχόμεθα σὲ μιὰν ἰδιότυπη πρόσληψη καὶ ἀνάπτυξη τοῦ ἔρωτος τῆς πατρίδος καὶ συγχρόνως σὲ μιὰν ἄλλη, ἀπὸ ἄποψη σημειολογική, ἰδιάζουσα «ἐθνικὴ» ποίηση, μακρὰν τῶν ἐπιδράσεων καὶ ἀντανακλάσεων τῆς ἀλλοτριώνουσας Δύσεως. Μιὰ ποίηση καὶ μιὰ λογοτεχνία, ποὺ ἔρχεται νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἱερὸ τόπο τοῦ Βυζαντίου, μὲ τὸν τόπο τῆς καθ᾽ ἡμᾶς ἀνατολῆς. Μὲ τὸ ἅγιο καὶ λησμονημένο Βυζάντιο. Μὲ τὸν λανθάνοντα, ἐντέλει, ἀλυτρωτικὸ καημό μας. Μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ συνοχὴ τῆς ἱστορικῆς μας μνήμης.


Σκέφτομαι, πόσο καταλυτική, ἀλλὰ καὶ ἐξόχως δυναμικὴ προβάλλει, ἔτσι, ἡ εἴσοδος τῆς Ρωμιοσύνης στὸν τόπο τῆς νεότερης λογοτεχνίας μας. Πρόκειται γιὰ μιὰ εἴσοδο, ποὺ ἀνατρέπει, ὅσα συνηθίσαμε, παγιδευμένοι, ἐν πολλοῖς στὴ δυτικότροπη προοπτική μας. Ποὺ ἐνδύει τὰ πράγματα μὲ ἕνα ἄλλο, παράξενο φῶς. Μὲ ἕνα ἄλλο, ἀλλόκοτο φῶς, ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος. Γιατί, μαζί της, μαζὶ μὲ τὴ λησμονημένη Ρωμανία καὶ τὴν ἅγια Ρωμιοσύνη, εἰσέρχεται, ὁλόκληρο μέσα στὸ φῶς, τὸ ὀνειρικὸ καὶ ἀθάνατο καὶ ἁγιασμένο Βυζάντιο. Τὸ Βυζάντιο τῆς ἀγάπης μας καὶ τοῦ ἔρωτός μας καὶ τοῦ καημοῦ μας καὶ τῆς μνήμης μας.


Αὐτὴ ἡ εἴσοδος τοῦ Βυζαντίου καὶ τοῦ διαχρονικοῦ μας πόνου ὁδηγεῖ εὐθέως στὸν «ψηφιδωτό καημό μας», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Σεφέρη καὶ μαζί του τὴν Κύπρο. «Τὸν ψηφιδωτό καημὸ τῆς Ρωμιοσύνης», ὅπως τὴ συναντοῦμε στὸ ποίημα «Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος μιλᾶ.» Ὅπως μιλᾶ, δηλαδή, ἕνας ἅγιος τοῦ ὕστερου Βυζαντίου στὴν Κύπρο. Πού, ὅμως, βίωσε ἐπωδύνως καὶ κατέγραψε καὶ θρήνησε, γιὰ ὅσα κακὰ μᾶς προέκυψαν ἀπὸ τὸ Βορρᾶ, στὸ σύντομο ἱστορικὸ καὶ σπαρακτικὸ ἢ θρηνητικὸ κείμενό του «Περὶ τῶν κατὰ τὴν χώραν Κύπρον σκαιῶν». Εἴμαστε στὰ 1192 καὶ τὴν κατάληψη τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ριχάρδο τὸ Λεοντόκαρδο, κι ὕστερα τοὺς Ναΐτες καὶ τοὺς Λουζινιάν. Τοὺς Φράγκους. Ἀλλὰ καὶ ὅπως μιλᾶ, ψηλαφώντας τὸ δρᾶμα τῆς Κύπρου καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὁ ποιητὴς Γιῶργος Σεφέρης, τὸ 1953, τὴν πρώτη φορὰ ποὺ ἐπισκέπτεται τὴν Κύπρο.

«Ὑπέρογκες ἀρχιτεκτονικές, Λαρίων Φαμαγκούστα Μπουφαβέντο, σχεδὸν σκηνικά.
Ἤμασταν συνηθισμένοι νὰ τὸ στοχαζόμαστε ἀλλιῶς τὸ "Ἰησοῦς Χριστὸς Νικᾶ"
Ποὺ εἴδαμε κάποτε στὰ τείχη τῆς Βασιλεύουσας, τὰ φαγωμένα ἀπὸ τὰ γυφτοτσάντιρα καὶ στεγνὰ χορτάρια,
Μὲ τοὺς μεγάλους πύργους κατάχαμα σὰν ἑνὸς δυνατοῦ ποὺ ἔχασε, τὰ ριγμένα ζάρια.
Γιὰ μᾶς ἦταν ἄλλο πρᾶγμα ὁ πόλεμος γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ
καὶ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καθισμένη στὰ γόνατα τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ,
ποὺ εἶχε στὰ μάτια ψηφιδωτὸ τὸ καημὸ τῆς Ρωμιοσύνης
ἐκείνου τοῦ πελάγου τὸν καημὸ σὰν ἧβρε τὸ ζύγιασμα τῆς καλοσύνης...»
(«Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος μιλᾶ.»)


Ἡ εἴσοδος τῆς Ρωμιοσύνης, στὰ ποιητικὰ καὶ ἄλλα τοπία μας, τὰ μεταποιεῖ καὶ τὰ μεταμορφώνει. Καὶ συγχρόνως μεταμορφώνει καὶ μεταστοιχειώνει καὶ μεταποιεῖ καὶ ἀλλοιώνει τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς καταστήσει καὶ ἀναδείξει σὲ μάρτυρες τοῦ ἔθνους καὶ νὰ τοὺς ἁγίασει. Ὅπως συνέβη στὶς 9 Ἰουλίου τοῦ 1821 στὴν Κύπρο, γιὰ νὰ προκύψει μετὰ καὶ τὸ ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη, τὸ ποίημα ἐκεῖνο τοῦ ἀλυτρωτισμοῦ, μὲ τὴ Ρωμιοσύνη, ποὺ εἶναι «φυλὴ συνόκαιρη τοῦ κόσμου». Ἔτσι, λοιπόν, ἡ εἴσοδος τῆς Ρωμιοσύνης ἀναδεικνύει τὰ λυπητερά μας ἄσματα, σὲ διαχρονικὸ καημὸ καὶ παράπονο.


Κατ' ἀνάλογο τρόπο, λοιπόν, προσλαμβάνουμε, σήμερα, τὴν εἴσοδο τῆς Ρωμανίας στὴ λογοτεχνία μας, μὲ τὸ Τραπεζούντιον ἐκεῖνο ἄσμα, μὲ τὸ σπαρακτικὸ τίτλο «Πάρθεν», ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἅλωση τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ρωμανίας. Ἔχουμε, μὲ τὴ Ρωμανία καὶ τὴ Ρωμιοσύνη, τὴν εἴσοδο τοῦ ἁγιασμένου Βυζαντίου, ποὺ τόσο ἐπιπολαίως ἔχομε ἀφήσει καὶ ἐγκαταλείψει καὶ λησμονήσει, θαμβωμένοι ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ φῶτα τῆς Δύσεως, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν κὺρ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ καὶ τὸν Φώτη Κόντογλου, μὲ τὴν «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»


Τὴ σύνθεση τοῦ ποιήματος «Ἡ 9η Ἰουλίου τοῦ 1821 ἐν Λευκωσίᾳ (Κύπρου)», τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη, μὲ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἱερότητος καὶ τῆς ἁγιότητος καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς Ρωμιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τὴ θυσία καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἐθνομάρτυρος ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ, καὶ τὸ ποίημα «Πάρθεν» τοῦ Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, μὲ τὴ Ρωμανία τοῦ δημοτικοῦ ἱστορικοῦ Τραπεζούντιου ἐκείνου ἄσματος, χωρίζουν λίγα μόνον χρόνια. Τὸ πρῶτο, αὐτὸ τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη, σὲ κυπριακὴ διάλεκτο, μὲ τὴν Κύπρια φωνή, γράφεται ἀνάμεσα στὰ 1884 - 1895. Τὸ βρίσκουμε στὴν πρώτη συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν Ποιημάτων του, τὸ 1911. Ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης, ποὺ σηκώθηκε καὶ ἦλθε τὸ 1875 ἐθελοντὴς στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ πολεμήσει γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας, ἐγκαταλείπει τὶς δοκιμές του στὴν καθαρεύουσα καὶ στὸ λόγιο ὕφος τῶν φαναριωτῶν («Ἀσθενὴς Λύρα», 1882), γιὰ νὰ γράψει στὴν κυπριακὴ διάλεκτο, τὴν ἀρχαία αὐτὴ ἑλληνικὴ φωνή, τὸν καημό του καὶ τὸν ἔρωτά του γιὰ τὴν πατρίδα.


Κατ' ἀνάλογο τρόπο, ὁ Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης, ποὺ ἐνωρὶς ἐγκαταλείπει τὰ παλαιορομαντικὰ γυμνάσματά του στὴν ἄκαμπτη ποιητικῶς καθαρεύουσα, θὰ συναντηθεῖ μὲ τὴν Ποντία φωνὴ καὶ τὸν Τραπεζούντιο θρῆνο τοῦ δημώδους ἄσματος, μὲ τὴν ἀνάπλαση τοῦ ποιήματος «Πάρθεν». Τὸ καβαφικὸ ποίημα γράφεται τὸν Μάρτιο τοῦ 1921 καὶ παραμένει ἀνέκδοτο. Ποίημα προφητικό, καθὼς θρηνεῖ, πρὶν ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴ μεγάλη ἧττα καὶ καταστροφὴ τοῦ ἔθνους, τὸ 1922, στὴ Μικρασία.


Ὁ ποιητὴς Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης γνωρίζει τὴν ποίηση τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη. Ὅπως γνώρισε καὶ ὑπερασπίσθηκε, ἐνυπογράφως, μὲ κείμενά του, τὴν ἐθνικὴ ἀγωνία τῶν Ἑλλήνων στὴν Κύπρο καὶ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν Ἕνωση. Γνωρίζει καὶ σημειώνει, ὅπως ὑποδεικνύουν οἱ κριτικοὶ καὶ μελετητὲς τοῦ ἔργου του καὶ ὅπως προκύπτει στὶς σημειώσεις του στὰ βιβλία τῆς βιβλιοθήκης του ποὺ κατέλιπε, τόσο τὸ ἐπίγραμμα «Τῷ ἀπαγχονισθέντι Ἀρχιεπισκόπῳ Κυπριανῷ», ὅσο καὶ τὸ «Ἡ 9η Ἰουλίου τοῦ 1821 ἐν Λευκωσίᾳ (Κύπρου)», καθὼς καὶ κάποια ἄλλα ποιήματα τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη.

Διαβάζω, πρῶτα, τὸ μοναδικὸ ἐκεῖνο ἐπίγραμμά του μὲ τίτλο «Ἀρχιεπισκόπῳ Κύπρου Κυπριανῷ»:
«Σὺ ποὺ σκοτώθης γιὰ τὸ φῶς
σήκου νὰ δῆς τὸν ἥλιο
ξύπνα νὰ δῇς τὸ αἷμα σου
πῶς ἔγεινε βασίλειο.»


Μνημειώδης, ὅμως, ἡ ἀναφορά του, στὸ ποίημα "Ἡ 9η Ἰουλίου τοῦ 1821 ἐν Λευκωσίᾳ (Κύπρου)", στὴ Ρωμιοσύνη. Ἀλλὰ καὶ ἐξόχως ὁ δραματικὸς διάλογος τοῦ ἐθνομάρτυρος καί, γιατί ὄχι, νεομάρτυρος ἀρχιεπισκόπου Νέας Ἰουστινιανῆς καὶ Πάσης Κύπρου Κυπριανοῦ μὲ τὸν Τοῦρκο διοικητή:


18
«- Πίσκοπε, γιὼ τὴν γνώμημ μου ποττὲ δὲν τὴν ἀλλάσσω,
κι᾽ ὅσα κι ἂν πῇς μέθ᾽ θαρευτῇς πῶς ἔν νὰ σοῦ πιστέψω
ἔχω στὸν νοῦν μου, πίσκοπε, νὰ σφάξω, νὰ κρεμμάσω,
κι ἂν ἠμπορῶ ποῦ τοὺς ρωμηοὺς τὴν Κύπρον νὰ πατρέψω
κι' ακόμα ἂν ἠμπόρηα τὸν κόσμον νὰ γυρίσω,
ἔθεν νὰ σφάξω τοὺς ρωμηοὺς ψυχὴν νὰ μὲν ἀφήσω!
- Ἡ ρωμηοσύνη ἔν φυλὴ συνώκαιρη τοῦ κόσμου,
κανένας δὲν εὑρέθηκεν γιὰ νὰ τὴν ἠξηλείψῃ
κανένας γιατὶ σκέπει την ποὺ τ᾽ ἅψη ὁ Θεός μου
ἡ Ρωμηοσύνη ἔν νὰ χαθῇ, ὅντας ὁ κόσμος λείψῃ!


19
Σφάξε μας οὕλλους, κι' ἄς γενῇ τὸ γαῖμαμ μας αὐλάκιν,
κάμε τὸν κόσμον μακελειὸν καὶ τοὺς ρωμηοὺς τραούλλια
ἀμμά ξερε πὼς ὕλαντρον ὅντας κοπῇ καβάκιν
τριγύρου του πετάσονται τρακόσια παραπούλλια.
Τὸ ᾽νὶν ἀντὰν νὰ τρὼ τὴν γῆν, τρέωει τὴν γῆν θαρκέται,
μὰ πάντα κεῖνον τρώετι καὶ κεῖνον καταλυέται...»
Ἐξόχως δραματικὴ ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴ ζωή, τὸ μαρτύριο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ:

54
«Τότες, Ἀρχιεπίσκοπος ἐψήλωσεν τὸ δεῖν του
στὸν οὐρανόν, κι' ἐφάνησαν τὰ μμάδκια του κλαμένα.
ἐφάνην πῶς ἐπόνησεν ποῦ μέσα στὴν ψυχήν του,
κ᾽ εἶπεν τα τοῦν᾽ τα δκυὸ λόγια μὲ δκυὸ χείλη καμένα:
«Θεὲ ποὺ νάκραν δὲν ἔχεις ποττὲ στὴν καλωσύνην
λυπήθου μας καὶ δόσε πκιὸν χαρὰν στὴν Ρωμηοσύνην.»
κι᾽ ἐτρέξασιν τὰ δρώματα ἀποὺ τὸ πρόσωπόν του
ἀποὺ τοῦ ἥλιου τὴν πολλὴν τὴν καψερὴ τὴ αὔραν
κ' ἐβάλαν τὴν συρτοθηλειὰν εὐτὺς εἰς τὸν λαιμόν του
καὶ κεῖ πκιὸν ἐτελειώσασιν τὰ κάστια ποῦ τάβραν.»


Ἐπιστρέφοντας στὸν ποιητὴ Κωνσταντῖνο Π. Καβάφη, συναντοῦμε ἕνα θρηνητικὸ ποίημα, μὲ μιὰ φωνὴ ποὺ ἠχεῖ παράδοξα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ παράξενη φωνὴ τῆς Κύπρου, μὲ τὸν Κύπριο ποιητή. Τὸ ποίημα «Πάρθεν», «μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα»:


«Αὐτὲς τὶς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ'ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά δικά μας , Γραικικά.
Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης.
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την πῆραν τὴ Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»»,
ἀκούσθηκε κι'εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖσετε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την πῆραν τὴ Σαλονίκη.»
Ὅμως ἀπ' τ' ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ἆσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα
καὶ μὲ τὴν λύπην τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.»


Στέκομαι ἰδιατέρως σ'αὐτὸ τὸ ἆσμα τὸ Τραπεζούντιον, μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα. Σ'αὐτὴ τὴν ἰδιαζόντως μελωδική, ἀρχαιόπρεπη, θρηνητικὴ γλῶσσα τοῦ Πόντου. Ὅπως καὶ σ΄αὐτὴν τὴς Κύπρου. Τὴν ἀρχαία, αὐτὴ ξεχασμένη φωνή.


Κι ἀκόμα, στὸν καημό, τὸν σπαραγμὸ τῆς Ρωμιοσύνης. Τὸν καημὸ τῆς Ρωμανίας, ὅπως τὸν ἐκφράζει ὁ ἀνώνυμος τοῦ δημώδους ἱστορικοῦ ποιήματος τοῦ Πόντου ἀλλά, συγχρόνως, κι ἕνας Κωνσταντινουπολίτης τὴν καταγωγήν, ποὺ ζεῖ στὴν Ἀλεξάνδρεια, στὸ νοτιότερο ἄκρο τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὅπως καὶ ἡ Κύπρος.
Ἔτσι εἶναι ποὺ εἰσέρχεται στὰ ποιητικὰ τοπία ἡ ξεχασμένη Ρωμανία. Τὸ λησμονημένο Βυζάντιο τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἀγάπης μας. Ἡ σπαραγμένη Μικρασία καὶ ὁ Πόντος. Ἡ Τραπεζούντα, ἀλλὰ καὶ ἡ Πόλη κι ἡ Σαλονίκη:

«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την πῆραν τὴ Σαλονίκη»
σημειώνει ὁ Καβάφης στὸ δικό του ποίημα, ἐνσωματώνοντας τὸν στίχο ἀπὸ τὸ παλαιότατο ἐκεῖνο δημοτικὸ ποίημα.
Πῶς ξεκινᾶ, ὅμως, ὁ Καβάφης αὐτὴ τὴ συνάντησή του μὲ τὴν ἱστορία, καὶ τὰ πάθη τοῦ ἑλληνισμοῦ; Τὴ συνάντησή του μὲ τὴν Πόλη, τὴ Σαλονίκη, τὸν Πόντο, τὴ Ρωμανία;
"Αὐτὲς τὶς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ'ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά δικά μας , Γραικικά."


Οἱ μέρες τοῦ ποιητῆ Κωνσταντίνου Π. Καβάφη εἶναι ὁ Μάρτιος τοῦ 1921, χρόνος σύνθεσης τοῦ ἀνεκδότου αὐτοῦ ποιήματος. Εἴμαστε στὰ χρόνια τῆς ἐκστρατείας τὴ Μικρασία. Ὅταν ὁ ἑλληνισμὸς διανοίγεται στὰ ἀλύτρωτα ἐδάφη, ἐπιχειρώντας τὴν πραγμἀτωση τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Εἴμαστε ἔτσι στὴν κρισιμότητα τῶν ἱστορικῶν καιρῶν. Ὅπως, τότε, ποὺ ἔπεσε Πόλη. Ἀλλὰ καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη δεύτερη μεγάλη ἧττα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Αὐτὴν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, στὴ Μικρασία.


Ἡ ἔξοδος τοῦ ποιήματος ἀρκούντως θρηνητική:
«Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπὸ τὴν Πόλην ἔρται»
Μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
Κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ' μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγε καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ' τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱός, Γιανίκας ἔν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί
Καὶ τὸ διαβάζει κι ὁλοφύρεται.
«Σίτ'ἀναγνώθ' σίτ' ἀνακλαίγ' σίτ' ἀνακρούγ' τὴν καρδίαν.
Νὰ ἀοιλλῆ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».


Ἡ Ρωμιοσύνη εἶναι στὸν τόπο τῆς ἱστορίας Πονεμένη. Ἔτσι τὴν προσλαμβάνει ὁ Φώτης Κόντογλου, αὐτὸς ὁ Βυζαντινὸς τῆς ἐξορίας. Γι' αὐτὸ καὶ ὡς «μότο» στὸ ὁμώνυμο βιβλίο του, ἐνσωματώνει τὸ:
«Ἡ Ρωμιοσύνη ἔν φυλὴ
συνόκαιρη τοῦ κόσμου,
κανένας δὲν εὑρέθηκε
γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψει
κανένας , γιατὶ σκέπει την
‘πὸ τἅψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμιοσύνη θὰ χαθῇ,
ὅντας ὁ κόσμος λείψει.»
μὲ τὴν ἔνδειξη «Βασίλης Μιχαηλίδης Κύπριος».


Ποιὰ εἶναι, ὅμως, ἡ Πονεμένη Ρωμιοσύνη τοῦ Κόντογλου; Ὅσα ὁ ἴδιος σημειώνει ὡς ὑπότιτλο, ὡς περιεχόμενα τοῦ ἔργου του ὁρίζουν καὶ τὶς παραμέτρους τῆς προσλαμβανόμενης ἀπὸ μέρους του «Πονεμένης Ρωμιοσύνης». Ἡ Ρωμιοσύνη συνάπτεται εὐθέως μὲ τὸ ἁγιασμένο Βυζάντιο, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον στὸν τόπο τῆς ἱστορίας. Μέχρι καὶ σήμερα. Μὲ κέντρο αὐτῆς τῆς οἰκουμενικῆς ὀρθοδόξου ζωῆς καὶ μνήμης καὶ παράδοσης τὴ Βασιλεύουσα, τὸ καύχημα τῶν ζώντων ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Ὁ ἐξαίσιος Βόσπορος. Ὁ βίος καὶ τὰ δρώμενα προβάλλουν μέσα στὴν ἱστορία ὡς Συναξάρια ἀγίων. Ἔτσι, ὡς συναξαριστής, ὁ Κόντογλου συναντᾶται μὲ τὴ ἅλωση τῆς Πόλης καὶ τὸν τελευταῖο αὐτοκράτορα. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ Θρηνητικὸ συναξάρι τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ διανοιγεῖ ἡ ὁδὸς τοῦ πάθους καὶ τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Ἡ πονεμένη Ρωμιοσύνη. Ἐντός της καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην της οἱ ταπεινοὶ ἁγιογράφοι τῆς τουρκοκρατίας. Οἱ νεομάρτυρες, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ κιβωτὸς τῆς ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἁγιασμένη ἐπανάσταση, ποὺ θὰ ἀκολουθήσει. Καὶ μαζί της τὰ ἔμορφα, ἁγιασμένα τραγούδια μας. Αὐτὰ ποὺ συνόδευσαν καὶ ἐξέφρασαν τὸν καημὸ καὶ τὸ μαρτύριο τῆς τουρκοκρατίας, ὡς ὁ κατεξοχὴν ἄξονας τῆς αὐτοσυνειδησίας μας. Ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐξέφρασαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Γένους. Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Ὅλα ὅσα μᾶς διασώζουν καὶ μᾶς συνέχουν καὶ μᾶς συγκρατοῦν.


Αὐτὴ τὴ συνέχεια καὶ τὴ συνοχὴ τὸν ἔρωτα τοῦ τόπου καταθέτει, τέλος, ὁ Ρίτσος, μὲ τὴ Ρωμιοσύνη του, ὡς ἀντίδοτο στὸ πάθος καὶ τὸν ἀδελφικὸ σπαραγμό. Εἴμαστε ἀνάμεσα στὰ 1945 καὶ 1947. Ἔτσι εἶναι ποὺ ὑποδεικνύει καὶ καταθέτει τὴ «Ρωμιοσύνη», ἐκφράζοντας τὸν καημό του καὶ τὴν πίκρα του γιὰ τὰ ἱστορικὰ καὶ πολιτικὰ δεινά. Εἶναι ἐδῶ τὸ φῶς, ποὺ ἀνελέητο συνοδεύει τὰ τοπία μας καὶ τὰ ἀποκαλύπτει γυμνά. Ὅπως εἶναι. Ἕως τὶς μέρες μας:


«Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ ‘ἀμπέλια του
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρὀμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κι οἱ πηγὲς μὲς στὸ ἀσβέστη τοῦ ἥλιου
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοῖνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερὀ.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μιὰ μπουκιὰ οὐρανὸ
πάνω ἀπ'τὴν πίκρα τους.»


Ἡ ποίηση αὐτή, στὴν ὁποία εἰσέρχεται ἡ πονεμένη Ρωμιοσύνη, ἡ βυθισμένη στὸ χρόνο Ρωμανία, εἶναι ποίηση ἁγιασμοῦ. Ποίηση χάριτος. Συνάπτεται μὲ ὅλο ἐκεῖνο τὸν καημὸ τῆς μνήμης μας ποὺ μᾶς ἀκολουθεῖ ἐπιμόνως. Κι ἀκόμα μὲ τὸν τόπο τῆς καθ'ἡμᾶς άνατολῆς καὶ μὲ τὴ μοναδικὴ καθολικότητα καὶ ἑνότητα τῆς ὀρθοδοξίας. Μὲ τὴν οἰκουμενικότητά της. Μακρὰν τῶν ὅποιων σύγχρονων ἐθνικισμῶν τῆς Δύσεως, ποὺ μᾶς προέκυψαν στὴν ἱστορία, ἐμπαθῶς καὶ ὑστερικῶς, ὡς παθογένεια καὶ ὡς ἀρρώστεια καὶ ὡς αἵρεσις.




ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
Powered by active³ CMS - 14/12/2018 1:26:41 μμ