«Ὁ βίος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀπό τόν Εὐσέβιο Καισαρείας: Ὁ Αὐτοκράτωρ ὡς θεμελιωτής τῆς Ρωμηοσύνης»

Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη»
2ο Διεθνὲς Συνέδριο μὲ θέμα
«Ἅγιοι Τόποι καὶ Ρωμηοσύνη»

 
Ἀμφιθέατρο τοῦ Πολεμικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν
  Κυριακὴ 30 Μαΐου 2010

 

Εἰσηγήτρια: κ. Αἰκατερίνη Διαμαντοπούλου
Θεολόγος ΜΑ - Φιλόλογος PhD Φιλοσοφίας
Ἀναπληρώτρια Διαχειρίστρια τῆς Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη»


Θέμα: «Ὁ βίος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀπό τόν Εὐσέβιο Καισαρείας: Ὁ Αὐτοκράτωρ ὡς θεμελιωτής τῆς Ρωμηοσύνης»

 

Mακαριώτατε Πατριάρχα Ιεροσολύμων κ.κ Θεόφιλε, σεβασμιότατοι, άγιοι πατέρες, κ. Πέτρο Κυριακίδη, κύριοι Καθηγητές, εκλεκτοί προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι,

 

 Ο Ευσέβιος ο Καισαρείας, υπήρξε επίσκοπος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ιστορικός και εξηγητής. Αναφέρεται ως ο Πατέρας της  εκκλησιαστικής ιστορίας λόγω του έργου του, της καταγραφής της ιστορίας στις απαρχές της χριστιανικής εκκλησίας. Έγραψε το βίο του Μεγάλου Κωνσταντίνου το  de vita constantini το οποίο διαβάζοντάς το κανείς σχηματίζει την εντύπωση ότι πρόκειται για αγιολογικό κείμενο.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι ένας από τους Βασιλείς, που τίμησαν με την αρετή της θεοσέβειας, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Βασίλευσε όντας μονάρχης πάνω από τριάντα χρόνια. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στη Ναϊσσό περίπου το 280 μ.Χ., υιός του Καίσαρα Κωνστάντιου του Α΄ και της Ελένης. Αναμφίβολα μεγάλος Αυτοκράτορας, η βασιλεία του υπήρξε από τις πλέον επιτυχείς. Ο χαρακτήρας του «πλήρης πάθους και τόλμης». Στο στρατό  ριψοκίνδυνος στρατηλάτης. Στην αυλή αγαπά την πολυτέλεια, τη μεγαλοπρέπεια, ευχαριστείται να δρα και να δημιουργεί.

 Τρέφει υψηλή συναίσθηση της αποστολής του. Έχει συνείδηση του καθήκοντος και εμπιστοσύνη στο θείο προορισμό του. Υπήρξε ο πρώτος πραγματικός μονάρχης της Αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Ο Κωνσταντίνος ήταν  πεπεισμένος για την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως, αγαπούσε και τιμούσε ιδιαιτέρως την Εκκλησία και τους εκπροσώπους της. Θεωρούσε καθήκον του να προάγει τα συμφέροντα της Εκκλησίας και προς το σκοπό αυτό  συγκαλούσε Συνόδους, εξέδιδε νόμους και διατάξεις και λάμβανε αποφάσεις για το καλό της Εκκλησίας.  Ο Θεός των όλων και πρύτανης του σύμπαντος κόσμου, όρισε τον Κωνσταντίνο άρχοντα και καθηγεμόνα, κάτι που δεν έγινε για κανέναν άλλον από τους ανθρώπους,[1] αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ευσέβιος Καισαρείας. Ο Κωνσταντίνος στην εκστρατεία του εναντίον του Μαξεντίου παρακάλεσε το Θεό να τον βοηθήσει, και ο Θεός έδωσε εναργή δείγματα της δύναμής του στον ευσεβή  βασιλιά.[2]

Προσευχόταν να του σταλεί  σημάδι ώστε να μάθει πώς να πορευθεί. Και ο Θεός στον ικέτη βασιλέα παρείχε όραμα, σταυρό εκ φωτός στον ουρανό  με την παραινετική επιγραφή «εν τούτω νίκα». Κατά τη διάρκεια του μεσημεριού, με τα ίδια του τα μάτια είδε στον ουρανό να υπέρκειται το υπέροχο αυτό τρόπαιο του σταυρού, συνιστάμενο από το φως του ήλιου. Θαμπώθηκε ο βασιλιάς μπροστά σε αυτό το θεϊκό σημάδι.[3] Και αμέσως προέβη στην κατασκευή του ίδιου σταυρικού σημαδιού, αφού διέταξε τους τεχνίτες χρυσού και πολύτιμων λίθων να φτιάξουν πιστό αντίγραφο αυτού.[4]

Πίστευε ότι το σημάδι του Σταυρού είναι σύμβολο της αθανασίας και τρόπαιο της νίκης κατά του θανάτου. Με αυτόν τον τρόπο είχε κατηχηθεί ο Κωνσταντίνος, αναγιγνώσκοντας τις θείες Γραφές. Ήταν μαθητής αυτών των λόγων, ενώ είχε ζωντανό το θαύμα της παραδοθείσας θεοφανείας. Ο Κωνσταντίνος ακόμα κήρυττε το Θεό ως αίτιο των αγαθών. Όλα υποτάσσονταν σε αυτόν, με τη δύναμη του Θεού Σωτήρα και έκανε φανερό σε όλους ότι ο ίδιος ο Κύριος είναι πάροχος των αγαθών σε αυτόν και αίτιος των νικητηρίων του. Και το ανακήρυττε σε γραφή Ρωμαίων και Ελλήνων και το έστελνε σε κάθε έθνος.[5]

Μετά την ήττα και το θάνατο του Μαξέντιου ο Κωνσταντίνος μπήκε στη Ρώμη, τη βασιλεύουσα πόλη, με επινίκια. Οι πάντες τον υποδέχτηκαν με ευφημίες. Όμως ο Κωνσταντίνος αντιλαμβανόμενος τη βοήθεια εκ Θεού απέδωσε αμέσως ευχαριστήρια προσευχή προς τον αίτιο της νίκης, που ήταν ο ίδιος ο Κύριός μας.[6]

Έπειτα με βασιλικό φρόνημα προέβη σε μεγαλοπρεπείς αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες στους μη έχοντες και στους έχοντες. Έκανε ευεργεσίες προς τους φτωχούς, δίνοντας όχι μόνο χρήματα στους ενδεείς, αλλά και την αναγκαία τροφή και οικία, ενώ τιμούσε τους έχοντες με διάφορα αξιώματα. Επίσης φρόντιζε για τα ορφανά και τις χήρες, ως κηδεμόνας τους.[7]

Ο Κωνσταντίνος κήρυξε ότι όσοι αναγκάστηκαν να μετοικήσουν ως εξόριστοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Και όσοι στερήθηκαν όσα είχαν, και καταπονήθηκαν από την αποβολή της περιουσίας τους στο εξής να  τους επιστραφούν οι οικίες και οι περιουσίες τους.[8] Και διέταξε οι περιουσίες των μαρτύρων και των ομολογητών και όσων μετοίκησαν να διανεμηθούν στους απογόνους τους.[9] Και όριζε ο νόμος του Κωνσταντίνου: «η περιουσία όσων δεν είχαν απογόνους να κληροδοτηθεί στην Εκκλησία».[10] Ένα από τα προστάγματά του  υπήρξε η διατήρηση των ιερών τόπων, όπου μαρτύρησαν ιερομάρτυρες της Εκκλησίας, καθώς και τα κοιμητήρια, και να αποδίδονται σε αυτά τιμές.[11]

Όμως υπάρχει φθόνος προς την Εκκλησία του Θεού και με πρόφαση τα θεία δόγματα, από μια μικρή σπίθα μεγάλη φωτιά ξέσπασε στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, διασπώντας τις επαρχίες και το λαό στα δύο. Οι διαπληκτισμοί αυτοί με αφορμή τις θέσεις του Άρειου προκάλεσαν τη διαίρεση και στην Εκκλησία και τους επισκόπους[12]. Μέριμνά του υπήρξε η αποφυγή εξάπλωσης της αίρεσης του αρειανισμού, καθώς το σχίσμα του δόγματος και η διάβρωση της αληθινής θρησκείας ήταν ορατοί κίνδυνοι. Συγκάλεσε οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βηθυνίας το 325, προκειμένου να αποκαταστήσει την τάξη των πραγμάτων. Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει αυτόν τον εχθρό, ήταν να απαγορεύσει τη συμμετοχή του Αρείου στις ιερές Συνόδους, ώστε να μην ακούεται η αθέμιτη γνώμη του, ενώ έστειλε και έμπιστους βοηθούς του να επαναφέρουν την ομόνοια.[13] 

Ο Κωνσταντίνος σε όλα τα ζητήματα ενεργούσε συν Θεώ, ποτέ με ωμότητα και τυραννία. Οι μεν πολέμιοί του χλεύαζαν και βλασφημούσαν το Χριστό και Θεό, ενώ ο Κωνσταντίνος ενεργούσε επικαλούμενος τα θεία. Οι μεν εδίωκαν και άφηναν στο δρόμο άστεγους τους Χριστιανούς, ενώ εκείνος τους ελευθέρωνε και τους επέστρεφε τα σπίτια τους. Εκείνοι άρπαζαν την περιουσία και το βιος των θεοσεβών ανθρώπων, με ατιμίες και άδικες δημεύσεις, ενώ εκείνος με εντιμότητα και ζήλο, τους απάλλασσε από φόρους και δημεύσεις, δίνοντας αντίθετα προνόμια και χαρίσματα. Εκείνοι κατέστρεψαν εκ βάθρων τους ευκτήριους οίκους, ενώ εκείνος νομοθέτησε υπέρ αυτών ώστε να καταστούν μεγαλοπρεπείς βασιλικοί θησαυροί. Εκείνοι τους δούλους του Θεού υπέβαλλαν σε χείριστες τιμωρίες, ενώ εκείνος τους στήριζε και απέδιδε τιμές στη μνήμη των αγίων μαρτύρων του Θεού. Εκείνοι ήταν υποταγμένοι στο χρήμα και με ψυχή Ταντάλου δούλοι στα πάθη τους. Αντίθετα εκείνος με βασιλική μεγαλοπρέπεια αδιαφορούσε για τους θησαυρούς, και έκανε πλούσιες και μεγαλόψυχες δωρεές. Όλα αυτά τα στοιχεία ξεχώρισαν τη μορφή του θεοσεβούς Κωνσταντίνου έναντι των άθεων αντιπάλων του.[14]

Ο θεοφιλής Κωνσταντίνος είχε στο νου και την καρδιά του το μακαριστό τόπο της σωτηρίου Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα και ένιωθε έντονη την επιθυμία να διασώσει τον περιφανή και σεπτό αυτό τόπο.  Για το λόγο αυτό έδωσε εντολή να κατασκευασθεί ευκτήριος οίκος, ορμώμενος όχι από άθεη διάνοια, αλλά από την ανακίνηση του πνεύματός του από το Σωτήρα.[15] Διότι ασεβείς άνθρωποι, ή κυριευμένοι από δαιμόνια, έθεσαν στο σκοτάδι και τη λήθη το σπουδαίο αυτό μνήμα της αθανασίας. Με πολύ μόχθο το έκρυψαν  κάτω από χώματα και είδωλα. Και πάνω από αυτό οικοδόμησαν το είδωλο της Αφροδίτης, προς τιμήν του οποίου έκαναν βέβηλες θυσίες στους εναγείς βωμούς, ενώ από κάτω έλαμπε υπέρ της γης ο ήλιος και η σωτήρια δύναμη.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος  ήταν ο μόνος που τόλμησε και διέταξε την καθαίρεση των εχθρικών προς το θείο μνήμα ξοάνων και δαιμονικών αντικειμένων, ώστε να φέρει στην επιφάνεια, στο φως και στη γνώση το μεγαλούργημα του Πανάγαθου Θεου.[16]  

Ο Κωνσταντίνος αναγνώριζε δύο άντρα μυστικά και τιμημένα, τα οποία και κόσμησε πλουσίως. Το ένα ήταν το σημείο της πρώτης θεοφανείας του Σωτήρος, όπου και τελέστηκε η ένσαρκη γένεση Αυτού, ήτοι το Σπήλαιο στη Βηθλεέμ. Το άλλο ήταν το σημείο της Αναλήψεως του Κυρίου στους ουρανούς, στο Όρος των Ελαιών. Αυτά τα δύο μνημεία η μητέρα του Κωνσταντίνου, Ελένη, ανέλαβε να διακονήσει και να διαιωνίσει τη μνήμη τους.[17] Αμέσως προέβη στην οικοδόμηση ιερών Ναών στα δύο αυτά σημεία. Τα περικαλλή αυτά ιερά μνημεία ήταν καρπός της αγαθότητας και της χάριτος του Θεού και τεκμήρια της ευσεβούς διαθέσεως του Κωνσταντίνου και της Ελένης.[18]

Ο Μέγας Κωνσταντίνος  οικοδόμησε στην Κωνσταντινούπολη με κάθε τιμή ευκτήριους οίκους, μεγάλους και περιφανείς, στα σημεία μαρτυρίου εντός και εκτός της πόλεως και γεμάτος από τη σοφία του Θεού, επιδόθηκε στην κάθαρση της πόλης από την ειδωλολατρία.[19] Επίσης οικοδόμησε μεγάλες και υπερφυείς εκκλησίες στη Νικομήδεια, στην Αντιόχεια και σε άλλες πόλεις, τιμώντας τους οικείους θησαυρούς και τα νικητήρια κατά των εχθρών του Σωτήρα.[20] Επίσης στη Δύση οικοδόμησε Εκκλησία στον Τίμιο Σταυρό, εντός της ιδιοκτησίας της Αυγούστας Ελένης, της μητέρας του. Έξω από τα τείχη της Ρώμης ανήγειρε πέντε κοιμητηριακούς Ναούς, αλλά η σπουδαιότερη κατασκευή του υπήρξε αναμφίβολα η Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Απλούστερη και λιγότερη επιβλητική ήταν η μικρή Βασιλική του Αγίου Παύλου, η Βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου. Επίσης αρκετές εκκλησίες ανήγειρε στην Ισπανία, στην Αφρική, στη Νεάπολη και σε αρκετούς τόπους που διέβαινε.

Προς τους επαρχιώτες της Παλαιστίνης εξέδωσε νόμο σχετικά με την ευσέβεια προς το Θεό και το Χριστιανισμό.[21] Ο Κωνσταντίνος, συνεπαρμένος από τη θεοφανεία στους φιλόθεους εκεί ανθρώπους, ανήγειρε ευκτήριο οίκο στην ονομαζόμενη δρυ Μαμβρή. Με την αποστολή δε βασιλικών γραμμάτων στους άρχοντες και επισκόπους δικαιολογούσε την ανέγερση Ναού στο συγκεκριμένο σημείο της εμφάνισης του Θεού.[22]

Στη δρυ Μαμβρή, στον οίκο του Αβραάμ φανερώθηκε ο Σωτήρας. Το σημείο είχε καλυφθεί με είδωλα και βωμό, όπου επιτελούνται ακάθαρτες θυσίες. Για το λόγο αυτό και επειδή ο Κωνσταντίνος θεωρούσε τον τόπο άξιο αγιότητας και φορέα της Σεμνότητας του Θεού έστειλε επιστολή προς τον Επίσκοπο Ακάκιο, προκειμένου να διατάξει την καύση των ειδώλων στην πυρά και την ανατροπή του βωμού εκ βάθρων.[23]  

Ο Κωνσταντίνος επίσης θέλησε να προσφέρει στο πλήθος των ανθρώπων, που βίωναν την πρόνοια του Θεού, την ευκαιρία να μελετήσουν τις θείες Γραφές. Συνέταξε επιστολή προς τον Επίσκοπο Ευσέβιο ζητώντας τη βοήθειά του στην κατασκευή βιβλίων περί των θείων Γραφών. Εν τέλει κατασκευάστηκαν 50 τόμοι των θείων βιβλίων, που γράφτηκαν από καλλιγράφους τεχνίτες και γνώστες της τέχνης.[24] Και αφού ετοιμάστηκαν, εστάλησαν 50 τόμοι με περίπου 400 δημόσια οχήματα στην Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν θα ήταν πια πόλη δεισιδαιμόνων ανθρώπων, αλλά ορμητήριο θεοσέβειας.[25]

Ο Κωνσταντίνος κάνει αναφορά και στην ακροστιχίδα της Σιβύλλης της Ερυθραίας, που δηλώνει την ιστορία της ελεύσεως του Κυρίου και του  πάθους Του. Και η ακροστιχίδα είναι η εξής: Ιησούς Χριστός, Θεού Υιός, Σωτήρ, Σταυρός.

Εξέδωσε πληθώρα διαταγμάτων. Συνοπτικά είναι τα εξής:

 

Ο Κωνσταντίνος κοιμήθηκε το 337 μ.Χ. Όταν νόσησε μετέβη στην Ελενόπολη και επιδόθηκε σε προσευχές και λιτανείες. Εξομολογήθηκε, προσευχήθηκε και έπειτα μετέβη σε προάστιο της Νικομήδειας, όπου συγκάλεσε τους Επισκόπους. Βαπτίσθηκε στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού και συμμετείχε έτσι με αυτόν τον τρόπο στο σωτήριο βάπτισμα. Η κοίμησή του έλαβε χώρα τη μεγάλη εορτή της πανσέπτου και παναγίας Πεντηκοστής, όπου ανελήφθη στους ουρανούς ο κοινός σωτήρας και έγινε η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους.

Αξίζει να δούμε το λόγο για τον οποίο έγινε άγιος ο Μέγας Κωνσταντίνος. Για τον ίδιο λόγο που είναι Άγιος ο Ληστής. Για τον ίδιο λόγο που είναι Αγία η Οσία Μαρία Μαγδαληνή. Η Εκκλησία δεν τιμά τα ηθικά του κατορθώματα, αλλά τιμά το γεγονός ότι τον επιλέγει ο Θεός για να τον κάνει σκεύος εκλογής και εκφραστή της χάριτός του.  Η πραγματικά ξεχωριστή ενέργεια  του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η οποία τον κατέτασσε  στο χώρο των Αγίων ήταν ότι κατέβηκε από τη θέση του αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η  οποία του παρείχε θεϊκές τιμές και κατέστησε τον εαυτό του ταπεινό δούλο και θεράποντα του Παμβασιλέως Χριστού.

Ένας από αυτούς είναι αληθώς ο Μέγας και Άγιος Κωνσταντίνος, που τίμησε την Εκκλησία και τιμήθηκε από αυτήν. Ο Αυτοκράτωρ και θεμελιωτής της Ρωμηοσύνης.

 

Σας ευχαριστώ.

 

Βιβλιογραφία

J. P. Migne, Ελληνική Πατρολογία (Patrologia Graeca), Τόμος 20, Ευσέβιος Καισαρείας Β΄, Κέντρον Πατερικών, Εκδόσεων, Αθήναι 1997, σελ. 906-1440

 

 



[1] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. ΚΔ΄, σελ. 940

[2] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. ΚΖ΄, σελ. 941-944

[3] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. ΚΗ΄, σελ. 944

[4] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. Λ΄, σελ. 944-945

[5] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΚΓ΄, σελ. 1000

[6] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. ΛΘ΄, σελ. 953

[7] De Vita Constantini Lib. I, Κεφ. ΜΓ΄, σελ. 957

[8] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. Λ΄, σελ. 1008

[9] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΛΕ΄, σελ. 1012-1013

[10] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΛΣΤ΄, σελ. 1013

[11] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. Μ΄, σελ. 1017

[12] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΞΑ΄, σελ. 1036

[13] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΞΣΤ΄, σελ. 1037

[14] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. Α΄, σελ. 1052-1056

[15] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΚΕ΄, σελ. 1085

[16] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΚΗ΄, σελ. 1088-1089

[17] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΜΑ΄, σελ. 1101

[18] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΜΓ΄, σελ. 1101-1105

[19] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΜΗ΄, σελ. 1108-1109

[20] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. Ν΄, σελ. 1109-1112

[21] De Vita Constantini Lib. II, Κεφ. ΚΔ΄, σελ. 1001

[22] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΝΑ΄, σελ. 1112

[23] De Vita Constantini Lib. IIΙ, Κεφ. ΝΓ΄, σελ. 1113-1117

[24] De Vita Constantini Lib. IV, Κεφ. ΛΣΤ΄, σελ. 1184-1185

[25] De Vita Constantini Lib. IV, Κεφ. ΛΖ΄, σελ. 1185




ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
Powered by active³ CMS - 17/11/2019 10:46:35 μμ