Σάββατο, 28 Ιαν, 2023
Εφραίμ του Σύρου, Παλλαδίου, Χάριτος μαρτ.

«Κυπριακὲς εἰκόνες τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. Ἡ προσφορὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στὴν παιδεία τῆς Κύπρου τὸ 19ο αἰῶνα»


Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσνη»

3ο Διεθνς Συνδριομέ θέμα «Κύπρος κα γιοι Τόποι»

 

Συνεδριακ Κέντρο Azia Resort, Πάφος Κύπρος

Κυριακ 10 κτωβρίου 2010

 

 

Εἰσηγητής: Ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς Μηλιδώνης, Καθηγητὴς Ἱερατικῆς Σχολῆς «Ἀπόστολος Βαρνάβας»

 

Θέμα: «Κυπριακὲς εἰκόνες τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. Ἡ προσφορὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στὴν παιδεία τῆς Κύπρου τὸ 19ο αἰῶνα»

 

Κατ’ἀρχάς θέλω νά εὐχαριστήσω τόν Μακαριότατο Πατριάρχη Ἱερο-σολύμων κ.κ. Θεόφιλο καί τούς ὀργανωτές τοῦ Συνεδρίου γιά τήν  ἐπιλογή τοῦ προσώπου μου νά παρουσιάσω δύο πτυχές τῆς ἱστορίας τῶν σχέσεων τῆς Κύπρου, ὡς χριστιανικῆς κοινωνίας, καί τοῦ παλαίφατου πατριαρχείου Ἱεροσολύμων. 

Θέματα τῆς εἰσήγησής μου εἶναι : α) Κυπριακές εἰκόνες πού διαφυλάσσονται στό Πατριαρχεῖο  Ἱεροσολύμων καί β) ἡ Προσφορά τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στήν Παιδεία τῆς Κύπρου τόν 19ο αἰῶνα.

   Στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα σώζονται πέντε εἰκόνες, σχετικά μεγάλου μεγέθους, οἱ ὁποῖες ζωγραφήθηκαν στήν Κύπρο στό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 16ου αἰῶνα καί μεταφέρθηκαν τήν ἴδια περίπου ἐποχή στήν ἐν λόγω Ἱερά Μονή ἀπό τόν μοναχό Ναθαναήλ, ὁ ὁποῖος λίγο ἀργότερα, τό 1566, ἀναφέρεται ὡς ἡγούμενος τῆς παραπάνωMονῆς. 

    Οἱ πέντε εἰκόνες, τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, τοῦ Προδρόμου καί τῶν ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ ἀποτελοῦνμέρος τῆς «Μεγάλης Δεήσεως». Μεγάλη Δέηση εἶναι τό σύνολο τῶν εἰκόνων πού περιλαμβάνει ἐκτός ἀπό τόν Χριστό, τή Θεοτόκο καί τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, πού συνιστοῦν τή«Μικρή Δέηση», τουλάχιστον τούς ἀρχαγγέλους Μιχαήλ καί Γαβριήλ, τούς πρωτοκορυφαίους ἀποστόλους Πέτρο καί Παύλο, καί τούς Μέγα Βασίλειο καί Ἰωάννη Χρυσόστομο ὡς συντάκτες τῶν δύο Θείων Λειτουργιῶν. Στήν πλήρη καί ἐκτεταμένη  μορφή τῆς Μεγάλης Δεήσεως περιλαμβάνονται οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι καί ἱκανός ἀριθ-μός ἁγίων Ἱεραρχῶν, μαρτύρων,ἁγίων καί ὁσίων.

Τό 1566 ἡ Λαύρα τοῦ ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου λεηλατήθηκε ἀπό Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι ἥρπασαν μεταξύ πολλῶν ἄλλων ἀντικει-μένων καί εἰκόνες, γεγονός πού καθιστᾶ ἀδύνατη τή διακρίβωση  ἄν μεταφέρθηκαν στή Μονή ὅλες οἱ εἰκόνες τῆς Μεγάλης Δεήσεως.

Στή παράσταση τῆς Δεήσεως, Μικρῆς ἤ Μεγάλης, ὁ Χριστός ζωγραφίζε-ται πάντοτε στηθαῖος καί μετωπικά νά ἀτενίζει τόν θεατή, νά εὐλογεῖ μέ τό δεξί χέρι καί μέ τό ἀριστερό νά κρατᾶ τό ἱερόν Εὐαγγέλιο, ἐνῶ τά λοιπά πρόσωπα τῆς παράστασης ζωγραφίζονται κατά κρόταφον μέ τό πρόσωπο στραμμένο πρός τόν Χριστό καί τά χέρια ὑψωμένα πρός τόν Χριστό σέ στάση ἱκεσίας, παρακλήσεως.

Ἡ παράσταση τῆς «Δεήσεως» ὡς μεσιτεία πρός τόν Χριστόν ἐμφανίστηκε μετά τήν Εἰκονομαχία. Πρίν ἀπό τήν Εἰκονομαχία τά ἴδια ἅγια πρόσωπα ἀπεικονίζονταν μετωπικά, ἀνεξάρτητα τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο. Ἡ θέση ἀπεικόνισης τῆς Δεήσεως, μικρῆς ἤ μεγάλης, ἐντός τοῦ Ναοῦ ἦταν ἀρχικά τό εἰκονοστάσιο. Ἡ μικρή Δέηση διατηρεῖ τή θέση αὐτή μέχρι σήμερα, ἡ μεγάλη ὄχι πάντοτε.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῶν είκόνων πού ἔχουμεν ἐνώπιόν μας εἶναι ἡ ἀνάπτυξη σέ πλάτος τοῦ σώματος, ἰδιαίτερα τοῦ σώματος τῶν ἀγγέλων, ἡ χρυσογραφία στήν ἀπόδοση τοῦ ἐνδύματος, ἡ ἀψεγάδιαστη ἀπόδοση τῶν προσώπων πού ἐπιτυγχάνεται μέ τή μαλακότητα τῆς φωτοσκίασης, τά εὐγενικά χαρακτηριστικά καί τό γαλήνιο ἧθος.

Ὁ κ. Εὐθύμιος Τσιγαρίδας καθηγητής τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας καί Τέχνης στό Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης φαίνεται νά μήν ἔχει ὑπόψη του τήν προέλευση τῶν είκόνων μας καί τίς ἐντάσσει στηριζόμενος ἀποκλειστικά στά πιό πάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους στή δραστηριότητα κάποιου ἐργαστηρίου τῆς κρητικῆς σχολῆς.

Ὁ κώδικας ὑπ’ ἀριθμόν 138 τῆς Μονῆς Ἁγίου Σάββα  στόν ὁποῖον ἀναφέρονται οἱ πληροφορίες γιά τίς πιό πάνω εἰκόνες εἶναι βιβλίο τοῦ 15ου αἰῶνα καί πιθανόν νά προέρχεται καί αὐτός ἀπό κάποια μονή τοῦ Πατριαρχείουστήν Κύπρο. Στήν ὤα τοῦ φ. 2 ὑπάρχει σημείωση τοῦ 16ου αἰῶνα πού ἀναφέρει  « + τῆς λαύρας τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σάβα τοῦ ἐν Παλαιστίνη διά συνδρομῆς  σπουδῆς τε καί πολλοῦ μόχθου Ναθαναήλ μοναχοῦ». Στό τέλος τοῦ κώδικα ὑπάρχει ἄλλη σημείωση τοῦ ἴδιου μοναχοῦ, Ναθαναήλ, πού ἀναφέρει: «βιβλίον λεγόμενον τά ἄσματα τῶν ἀσμάτων ἑρμηνεμένα καί πρακτικά τῶν δ΄καί ε΄(οἰκουμενικῶν) συνόδων, ἀφιερωθέν παρά κυροῦ Ἀκακίου ἱερομονάχου καί καθηγουμένου ἐκ βασιλικῆς μονῆς τοῦ μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τῶν Μαγγάνων ἐκ νήσου Κύπρου, ἀφιερωθέν δέ ἤγουν εἰς τήν λαύραν τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις διά ψυχικήν αὐτοῦ σωτηρίαν καί τῶν αὐτοῦ γονέων».

     Μία ἄλλη σημαντική εἰκόνα κυπριακῆς προελεύσεως φυλάσσεται στόμοναστηριακό ναό τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης στά Ἱεροσό-λυμα. Πρόκειται γιά τήν εἰκόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου, ἔργο τοῦ 18ου αἰῶνα καί συγκεκριμένα τοῦ ἔτους 1758. Ἡ Θεοτόκος παριστάνεται στηθαία μέσα σέ νέφος στό κέντρο τῆς είκόνας νά στέφεται ἀπό δύο ἀγγέλους ἱπτάμενους δεξιά καί ἀριστερά τῆς κεφαλῆς της. Τό σῶμα της ἔχει ἐλαφρά κλήση πρός τά ἀριστερά. Μέ τό ἀριστερό της χέρι βαστάζει τό Χριστό, ὁ ὁποῖος εὐλογεῖ μέ τή Δεξιάν Του. Στό πλαίσιο γύρω ἀπό τή Θεοτόκο ἀπεικονίζονται οἱ εἰκοσιτέσσερεις Οἶκοι τοῦ Ἀκάθιστου Ὑμνου, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν στήν εἰκόνα τό ὄνομα «Ἡ Παναγία τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου».

Κάτω ἀπό τή μορφή τῆς Θεοτόκου ὑπάρχουν δύο ἐπιγραφές-δεήσεις. Ἡ ἀριστερή ἀφορᾶ τόν δωρητή, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπό τή Κωνσταντινούπολη,καί ἀναφέρει: «+ Παρθένε Πανύμνητε Κόρη Μαρία, ἐξιλέωσαι ὅν ἔτεκες Σωτῆρα, ἄφεσιν δοῦναι ἐμοί Ἱεροθέω, πατρίδος ὄντι βλάστημα Βυζαντίδος», ἡ δεξιά ἀφορᾶ τόν ἁγιογράφο, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπό τήν Κύπρο καί ἀναφέρει: «+Μνήσθητι κἀμοῦ Δέσποινα Θεοτόκε, τοῦ παναθλίου Χριστοφόρου κυπρίου, τοῦ καθιστορήσαντος τήν σήν εἰκόνα, ὅπως λάβω ἄφεσιν ἀμπλακημάτων. αψνη».

    Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος σέ εἰκόνα ἐμφανίστηκε τόν 14ον αἰῶνα στή Κωνσταντινούπολη καί σταδιακά διαδόθηκε σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Οἱ εἰκοσιτέσσερεις Οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ζωγραφίζονται στό περιθώριο γύρω ἀπό τό κεντρικό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία πάντοτε παριστάνεται στηθαία βαστάζοντας τόν Χριστό μέ τό ἀριστερό χέρι.

   Ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας δέν ἐπαρκεῖ νά ἀναλύσουμε καί νά σχολιάσουμε θεολογικά καί καλλιτεχνικά τή μοναδική σέ τόσες πολλές λεπτομέρειες εἰκόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου, πού ἔχωμεν ἐνώπιόν μας. Δέν γνωρίζω ἄλλην εἰκόνα τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου μέ τόσες πολλές λεπτομέρειες.

     Μία ἄλλη ὁμάδα εἰκόνων πού ἐπιθυμῶ νά παρουσιάσω καί νά κατα-στήσω γνωστή γιά πρώτη φορά ἀποτελοῦν οἱ εἰκόνες πού κοσμοῦν τό εἰκονοστάσιοκαί τούς πεσσούς πού στηρίζουν τό ἐγκάρσιο κλίτος  μεταξύ τοῦ τρούλλου καί τῆς ἀψίδας τοῦ ἱεροῦ βήματος καί ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζεται καί τό εἰκονοστάσιο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ στή Μονή τοῦ Θαβωρίου Ὅρους, τοῦ τόπου ὅπου ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ Πέτρου, Ἰακώβου καί Ἰωάννου.

    Ὁ ναός τόν ὁποῖον ἔκτισεν ἡ Ἁγία Ἑλένη στό Θαβώρ καταστράφηκε κάποια στιγμή μετά τό 1212 καί πρίν τό 1285 καί παρέμεινε κατεστραμμένος μέχρι τά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα. Πάνω στίς βάσεις τοῦ ἀρχαίου ναοῦ ἀνεγέρθηκεν ὁ ναός τόν ὁποῖο βλέπουμε σήμερα καί τά ἐγκαίνιά του ἔγιναν στίς 6 Αὐγούστου, ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τό 1862.

    Οἱ εἰκόνες καί τά πλαίσιά τους ἐναρμονίζονται πλήρως μέ τό εἰκονοστάσιο καί ἀποτελοῦν μίαν ἑνότητα, πρᾶγμα πού φανερώνει ἄμεση συνεργασία ἁγιογράφου καί ξυλουργοῦ. Ἐπειδή τό στηθαῖο (κοινῶς ποδιά) τοῦ εἰκονοστασίου εἶναι κάπως ψηλότερο τοῦ συνηθισμένου, ἀναρτᾶται στή βάση κάθε μεγάλης εἰκόνας ἄλλη μικρότερη μέ τό ἴδιο θέμα γιά προσκύνηση.

    Οἰ ἐν λόγω εἰκόνες ἐγένοντο, ὅπως ἀναγράφεται σέ κάθε εἰκόνα, «Δαπάνη τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Χρυσάνθου τοῦ κυπρίου ἐν ἔτει σωτηρίω 1862». Δυστυχῶς δέν γνωρίζουμε οὔτε τόν ἁγιογράφο οὔτε τόν τόπο ἁγιογράφησης τῶν είκόνων, οὔτε κατέχουμε ἄλλα  στοιχεῖα γιά τόν δωρητή. Τό 1862 δέν ὑπῆρχε κύπριος κληρικός μέλος τῆς Ἀδελφότητας τοῦ Παναγίου Τάφου μέ τό ὄνομα Χρύσανθος. Τά μέλη τῆς Ἀδελφότητας καταχωροῦνται πάντοτε στό μοναχολόγιο τοῦ Πατριαρχείου. Ἐξωτερικά ὄμως στοιχεῖα, πού παρατίθενται πιό κάτω, συνηγοροῦν ὐπέρ τῆς ἄποψης ὅτι οἱ εἰκόνες καί τό εἰκονοστάσιο ἔγιναν  στήν Κύπρο καί μάλιστα στό ἴδιο ἐργαστήριο.

     Δωρητή τῶν εἰκόνων μποροῦμε μέ μεγάλη βεβαιότητα νά θεωρή-σουμε τόν ἀρχιμανδρίτη τῆς Λάρνακας Χρύσανθο, ὁ ὁποῖος τό 1855 τέθηκε σέ ἀργία ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Γ. Μοδινό «διά ἁμάρτημα ἐναντίον τοῦ ἐπαγγέλματός του», ὅπως ἀναφέρεται σέ συστατήρια ἐπιστολή μέ ἡμερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1855 τοῦ ἐν λόγω Μητροπολίτη πρός τόν Μητροπολίτη Πέτρας Μελέτιο, ἐπίτροπο τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων. Κατά τόν Θεοχάρη Σταυρίδη (Πατριαρχεῖο Ἱεροσλύμων καί Κύπρος, Ἐπιστολές (1731-1884), Κέντρο Μελετῶν Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου, Λευκωσία 2007) ἑπτά χρόνια ἀργότερα ὁ Χρύσανθος μετέβη στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου μέ μετάνοια καί ἐξομολόγηση θά μποροῦσε «νά ἀποπλύνη τό ἁμάρτημά του».

    Ἄν ἡ εἰκασία μας γιά τόν Δωρητή εὐσταθεῖ, ὁ Χρύσανθος πρέπει νά πῆγε στά Ἱεροσόλυμα ἔστω καί γιά σύντομο χρονικό διάστημα ἀμέσως μετά τήν ἐπιβολή τῆς ποινῆς τῆς ἀργίας. Τήν εἰκασία μας ἐνισχύουν ἡ ἡμερομηνία τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Μητροπολίτη Κιτίου καί τό γεγονός ὅτιοἱ εἰκόνες καί τό εἰκονοστάσιο ἀποτελοῦν ἕνα κλειστό σύνολο, ὄπως ἀνέφερα προηγουμένως. Ὁ ἀρχιμανδρίτης Χρύσανθος πῆγε στό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων κομίζοντας προσωπικά τή συστατήρια ἐπιστολή. Ἐπισκέφθηκε καί προσκύνησε τούς Ἁγίους Τόπους. Κατά τήν ἐπίσκεψή του στό Θαβώριον Ὄρος εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι τήν ἐκ νέου ἀνοικο-δόμηση τῆς ἱερᾶς Μονῆς καί τοῦ ναοῦ της, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία καί διάθεση νά καλύψει τίς δαπᾶνες γιά τήν κατασκευή τοῦ εἰκονοστασίου ὡς σύνολο, πῆρε τήν ἔγκριση καί συγκατάθεση τοῦ Πατριαρχείου, ἐπέστρεψε στήν Κύπρο, ἐπεδώθηκε στήν ἔγκαιρη κατασκευή τοῦ εἰκονοστασίου καί τῶν εἰκόνων καί ἐπανῆλθε στά Ἱεροσόλυμα τό 1862 μεταφέροντας μαζί του τό εἰκονοστάσιο καί τίς εἰκόνες γιά νά τοποθετηθοῦν στή θέση τους πρίν ἀπό τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ.

     Δυστυχῶς ὁ χρόνος καί ὁ ἀριθμός τῶν εἰκόνων, σαρανταπέντε συνολικά εἰκόνες,  δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά τίς σχολιάσουμε θεολογικά καί καλλιτεχνικά.

 

 

Β΄ Ἑνότητα

 

   Ἡ προσφορά τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων καί τῆς Ἀδελφότητας τοῦ Παναγίου Τάφου στή παιδεία τῆς Κύπρου κατά τό 19ο αἰῶνα εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική. Ἐκτός ἀπό τή φοίτηση πολλῶν κυπρίων στή γνωστή τότε Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στά Ἱεροσόλυμα δαπάναις τοῦ Πατριαρχείου, τό Πατριαρχεῖο ὡς Θεσμός ἀλλά καί κύπριοι κληρικοί τοῦ Πατριαρχείου προσέφεραν μεγάλα χρηματικά ποσά γιά τήν ἵδρυση καί λειτουργία σχολείων στή Κύπρο. Στοιχεῖα γιά τό ποῖοι καί πόσοικύπριοι φοίτησαν στή πάραπανω σχολή τοῦ Πατριαρχείου, δαπάναις τοῦ Πατριαρχείου, μπορεῖ νά ἀντλήσει κάθε ἐνδιαφερόμενος ἀπό τό ἀξιόλογο ἔργο, βιβλίο, τοῦ κ. Θεοχάρη Σταυρίδη, πού ἀνέφερα προηγουμένως.Ἐδώ ἀναφέρω ἐνδεικτικά μόνο τά ἀκόλουθα:

-Τό καλοκαίρι τοῦ 1851 τό Πατριαρχείο ἀποπεράτωσε τήν ἐπισκευή τοῦ Μετοχίου πού εἶχε στή Λευκωσία καί τό παρεχώρησε ὡς κατοικία, χωρίς μίσθωμα, στό δάσκαλο τῆς «Κοινῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς» Λεόντιο, «ἵνα πανοικεσία οἰκεῖ καί τό ἐπισκέπτεται» (πρβλ. ἐπιστ. 103, ἡμερομ. 22.9.1851)

 

-Στίς 17 Νοεμβρίου τοῦ 1851 ὁ Μητροπολίτης Πέτρας Μελέτιος, ἐπίτροπος τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, πληροφορεῖ τόν μόλις μνημονευθέντα διδάσκαλο Λεόντιο στήν Κύπρο, ὅτι τό Πατριαρχεῖο συνεισφέρει πεντακόσια (500) γρόσια μέσω τοῦ Πρωτοσυγκέλλου τοῦ Πατριαρχείου στήν Κύπρο Ἀρχιμανδρίτη Ναρκίσσου γιά τήν καταχώρηση τοῦ «Κοινοῦ τοῦ Παναγίου Τάφου» μεταξύ τῶν συνδρομητῶν τοῦ βιβλίου τό ὁποῖο θά ἐξέδιδε ἡ κόρη Σαπφώ Λεοντιάς. Πρόκειται γιά μετάφραση ἀπό τά γαλλικά τῆς τραγωδίας τοῦ Ρακίνα  «Ἐσθήρ».

 

-Τό Φεβρουάριο τοῦ 1862 ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κύριλλος Β΄ἔστειλε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Α΄ «δύο σώματα», δηλαδή δύο ἀντίτυπα ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἑλληνικῶν βιβλίων,πού εἶχεν ἐκδώσει μέχρι τότε τό Πατριαρχικόν Τυπγραφεῖο, τό ἕνα ἀντίτυπο γιά τή Βιβλιοθήκη τῆς ἱερᾶς Ἁρχιεπισκοπῆς καί τό ἄλλο γιά τή Βιβλιοθήκη τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Σχολῆς Λευκωσίας (ἐπιστ. 184). Πρόκειται γιά μεγάλο ἀριθμό βιβλίων ἀφοῦ τό τυπογραφεῖο λειτουργοῦσε ἀπό τό 1853.

-Τό 1869 ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ἔστειλε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο τίς νέες ἐκδόσεις στά ἑλληνικά τοῦ Παριαρχικοῦ Τυπογραφείου μεταξύ τῶν ὁποίων τίς Κατηχήσεις τοῦ Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Κυρίλλου Α΄, «μίαν ρητορείαν τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» καί δύο ἀντίτυπα τῶν Κανονικῶν Δικαίων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων «ἐπί τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς τοῦ Ὄρους Σινᾶ».

 

-Στόν κώδικα ἀλληλογραφίας τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου σώζεται ἐπιστολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου Α΄ πρός τόν Ἀρχιμανδρίτη τῆς Μονῆς Βατοπεδίου με τήν ὁποία ζητοῦσε τή συνδρομή του γιά τά ὑπό ἵδρυση σχολεῖα τῆς Λευκωσίας, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι «παρόμοια γράμματα ἐστάλησαν καί πρός τούς ἐν Ἱεροσολύμοις ἀγαθούς πατριώτας, ἅγιον Πέτρας, Γάζης καί Βενιαμήν». Ὁ Μητροπολίτης Πέτρας Μελέτιος καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γάζης Φιλήμων ἀνταποκρίθηκαν θετικά στό αἴτημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ἔστειλαν σημαντικές εἰσφορές. Δέν γνωρίζουμε ἄν καί ὁ ἀρχιμανδρίτης Βενιαμίν ἀνταποκρίθηκε θετικά στό αἴτημα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐπειδή ἐξεδήμησε πρός Κύριον μερικούς μῆνες μετά τή σύνταξη τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου φέρει ἡμερομηνία 10 Ἰανουαρίου 1860.

 

-Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου στήν Κύπρο στήριζαν μέ ἐτήσιες εἰσφορές τήν Ἐπιτροπή Σχολείων Λευκωσίας, ὅπως προκύπτει μέσα ἀπό  ἐπιστολή μέ ἡμερομηνία 20 Μαΐου 1870 τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σωφρονίουπρός τόν Ἀρχιμανδρίτη Νάρκισσο, ἔξαρχο τοῦ Παναγίου Τάφου στήν Κύπρο.Μέ τήνἐπιστολή του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ζητοῦσετήν καταβολή στήν Ἐπιτροπή «πρό πολλοῦ» καθυστερουμένων συνδρομῶν(ἐπιστ. 229)

 

-Τό πρῶτο σχολεῖο στή Λεμύθου ἱδρύθηκε ἀπό τόν Μητροπολίτη Πέτρας Μελέτιο, κατά κόσμον Μιχαήλ Ματτέος, ὁ ὀποῖος προερχόταν ἀπό τή Λεμύθου (Κοκκινόφτας, Κυκκώτικα μελετήματα, τομ. Α΄, σ. 87-88).

-Τό πρῶτο σχολεῖο στά Καμινάρια ἱδρύθηκε τό 1882 ἀπό τόν Ἁγιοταφίτη Ἀρχιμανδρίτη Ἱερώνυμο Μυριανθέα, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στά Καμινάρια τό 1838 (Κουδουνάρης, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων, σ.135 καί Θεοχάρης Σταυρίδης, Πατριαρχεῖον  Ἱεροσολύμων... σ. 271)

 

Εὐχαριστῶ γιά τήν προσοχή σας.



Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 73 επισκέπτες.