Η εορτή της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος και της Δευτέρας του Αγίου Πνεύματος ως της κατ’ εξοχήν ημέρας μνήμης του Αγίου Πνεύματος εωρτάσθη μετά πολλής λαμπρότητος και εις τον Ιερόν Ναόν της Αγίας Τριάδος της Ρωσικής Πνευματικής Αποστολής (Missia) του Πατριαρχείου της Ρωσίας εις τα Ιεροσόλυμα, την Δευτέραν, 22αν Μαΐου/4ην Ιουνίου, 2012.
Της εορτής ταύτης προεξήρξεν ο Μακαριώτατος Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος,συλλειτουργών μετά του Μητροπολίτου Ναζαρέτ κ. Κυριακού του Αρχιεπισκόπου Γεράσων κ. Θεοφάνους και του Προϊσταμένου της Ρωσικής Αποστολής (Missia) οσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Ισιδώρου, Αγιοταφιτών ιερομονάχων, ιεροδιακόνων και ιερέων της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εις το Κοινωνικόν της θείας Λειτουργίας εκήρυξε τον θείον λόγον ο Μακριώτατος δια του κάτωθι κηρύγματος Αυτού, όπερ μετέφρασεν εις το ρωσόφωνον Ορθόδοξον εκκλησίασμα ο Ιερομόναχος Αρχιμανδρίτης π. Θεοφάνης:
«Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν», (Ιωάν. 4,24), εδήλωσεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις την Σαμαρείτιδα γυναίκα.
Αυτό το θείον Πνεύμα είναι ο Παράκλητος, περί του οποίου ωμίλησεν ο Χριστός εις τους μαθητάς Του ολίγον προ του σταυρικού Αυτού πάθους λέγων: «αλλ’ εγώ την αλήθειαν λέγω υμίν· συμφέρει υμίν ίνα εγώ απέλθω. εάν γαρ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς· εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς· και ελθών εκείνος ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως», (Ιωάν. 16, 7-8).
Και εις μεν την Σαμαρείτιδα γυναίκα ο Χριστός εκήρυξεν ότι «ο Θεός Πνεύμά εστίν», εις δε τους μαθητάς Του απεκάλυψε την περί του θείου Πνεύματος αλήθειαν λέγων: «πέμψω προς υμάς τον Παράκλητον». Ο Παράκλητος δε ούτος είναι το Πνεύμα της Αληθείας, δηλονότι το Άγιον Πνεύμα, το Πνεύμα του Χριστού, λέγοντος «όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της Αληθείας οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν· ου γαρ λαλήσει αφ’ εαυτού, αλλ’ όσα αν ακούση λαλήσει, και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν», (Ιωάν. 16,13).
Το μέγα και παράδοξον γεγονός της ελεύσεως του Παρακλήτου, δηλονότι του Αγίου Πνεύματος, προς τους μαθητάς του Χριστού, αφ’ ενός προκατήγγειλαν οι Προφήται ως ο Ιωήλ λέγων «…εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου … και προφητεύσουσιν», (Ιωήλ 2-23), και ο Ιεζεκιήλ λέγων: «Λήψομαι υμάς εκ των Εθνών και αθροίσω υμάς εκ πασών των γαιών … και το πνεύμά μου δώσω εν υμίν», (Ιεζεκ. 36, 24).
Αφ’ ετέρου, ως μαρτυρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, η έλευσις του Αγίου Πνεύματος έλαβε χώραν εις το Υπερώον, «ου ήσαν καταμένοντες οι μαθηταί του Χριστού» (Πραξ, 1-13), «…και εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό. και εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι· και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος αγίου, και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι»,. (Πραξ. Β 1-4).
Όπως ο προφήτης Μωϋσής πεντήκοντα ημέρας μετά το νομικόν Πάσχα παρέλαβε τον νόμον, δηλαδή τας δέκα εντολάς, ούτω και ο λαός του Χριστού δια των Αγίων Αποστόλων συν τη Θεοτόκω και Μητρί του Θεού, αειπαρθένω Μαρία έλαβε το Πανάγιον Πνεύμα πεντήκοντα ημέρας μετά το Πάσχα, δηλονότι μετά την ένδοξον Ανάστασιν του Σωτήρος ημών Χριστού.
Την εορτήν ταύτην της Πεντηκοστής, δηλαδή της του Αγίου Πνεύματος καθόδου επί των Αποστόλων, εώρτασε πανηγυρικώς και ευχαριστιακώς και η Αγία ημών Εκκλησία χθες εν τω Παναγίω και Ζωοδόχω Τάφω του Σωτήρος ημών Χριστού ως και εν αυτώ τούτω τω ιερώ τόπω του εγγύς του υπερώου εν τω λόφω της Σιών.
Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνήγαγεν ημάς πάντας εις τον ιερόν της Αγίας Τριάδος φερώνυμον Ναόν της εν Ιεροσολύμοις Πνευματικής Αποστολής της ομοφρόνου και ομοδόξου Ρωσικής Εκκλησίας, ίνα ομοθυμαδόν συνεορτάσωμεν και τιμήσωμεν το Πανάγιον Πνεύμα, το Οποίον ως λέγει ο υμνωδός: «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν, όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», ( Στιχηρ. Εσπερινού, ήχος Α’).
Οι θεόπνευστοι ούτοι λόγοι του υμνωδού ενέχουν υψίστην σημασίαν δια τον σκοπόν και την αποστολήν της Εκκλησίας. Και τούτο διότι, εάν η εκ νεκρών Ανάστασις του Σωτήρος ημών Χριστού αποτελεί το κεφάλαιον του μυστηρίου της θείας Οικονομίας, το γεγονός της Αγίας Πεντηκοστής, εν τω εν Ιεροσολύμοις Υπερώω αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθον της δομής και συστάσεως της κυβερνητικής και διοικητικής διαρθρώσεως του θεανθρωπίνου θεσμού της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής ημών Εκκλησίας και του εν αυτή (τη Εκκλησία) και δι’ αυτής ενεργουμένου σωτηριώδους έργου εν τω κόσμω και υπέρ του κόσμου, ως εναργέστατα διατυπώνει και πάλιν ο υμνωδός λέγων: «Ετίμησας εικόνι σου το των χειρών Σου, Σώτερ, πλαστούργημα, ζωγραφήσας εν υλική μορφή της νοεράς ουσίας το ομοίωμα, ης και κοινωνόν με κατέστησας, θέμενος των επί γης κατάρχειν με τω αυτεξουσίω, Λόγε Θεού», ( Στιχηρ. Εσπερ. προ Πεντηκοστής ήχος πλ. Β’ ) .
Με άλλα λόγια, αγαπητοί μου , θεωρούσα η Εκκλησία ημών τον άνθρωπον ως «εζωγραφημένον εν υλική μορφή της του πλαστουργού νοεράς ουσίας ομοίωμα», αναγνωρίζει εις τον άνθρωπον την εν αυτώ εικόνα του Θεού ως και το συνεπαγόμενον αυτεξούσιον.
Το θείον τούτο δώρον, δηλονότι του «κατ’ εικόνα Θεού και του αυτεξουσίου» εις τον άνθρωπον, διαφυλάσσει και εγγυάται ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, το Οποίον είναι κατά τον ψαλμωδόν «ευθές» και «ηγεμονικόν». (Ψαλμ. 50).
Αυτό ακριβώς το Πνεύμα της Αληθείας, το ευθές και ηγεμονικόν αποτελεί την πηγήν, εκ της οποίας αντλούν την φωτιστικήν και αγιαστικήν δύναμιν οι άγιοι της Εκκλησίας, ως οι Προφήται εν τω Νόμω, οι Απόστολοι μετά τον Νόμον και πάσα η χορεία των Αγίων της Εκκλησίας πρωτοτόκων απογεγραμμένων εν ουρανοίς, (Εβρ. 12,23).
Εξ αυτής της πηγής καλούμεθα, αγαπητοί μου αδελφοί, να αντλήσωμεν και ημείς ουχί μόνον ως μέλη του σώματος του Χριστού, τουτέστι της Εκκλησίας Αυτού, αλλά και ως αναλαβόντες την των Αγίων Αποστόλων διαδοχικήν και κυβερνητικήν αυτών διακονίαν, παραμένοντες ούτω ασάλευτοι εν τη ενότητι της πίστεως και της Κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος.
Λέγομεν δε τούτο, διότι η συνεκτική και συμφωνική της Εκκλησίας δύναμις νοθεύεται εκ του πειρασμού της φυσιώσεως υπό των κατά καιρούς ηγουμένων των κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών ημών, διαταρασσόντων ούτω ως μη ώφελε την κανονικήν τάξιν και δικαιοδοσίαν την εν Πνεύματι Αγίω, του Χριστού θεσπισθείσαν ενότητα και συμφωνίαν πασών των υπό των Αποστόλων και δη του θείου Παύλου αναδειχθέντων και έτι αναδεικνυομένων εν τη οικουμένη Εκκλησιών του Χριστού.
Επειδή, ως διδάσκει ο σοφός Παύλος, «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός Πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού», (Β’ Τιμ. 1,7).
Αλλά και κατά τον υμνωδόν: Ίνα μη καταδικασθώμεν ως ασεβείς τω πνεύματι της ασυμφωνίας, αλλά καινουργηθώμεν δια του φωτισμού του Πνεύματος της σωτηρίου συμφωνίας, δεηθώμεν του Ουρανίου Βασιλέως, δηλονότι του Παρακλήτου, του Πνεύματος της αληθείας και μετά του υμνωδού της Εκκλησίας εν ενί στόματι και μια καρδία μελωδικώς βοήσωμεν:
«Γλώσσαί ποτε συνεχύθησαν δια την τόλμην της πυργοποιΐας. Γλώσσαι δε νυν εσοφίσθησαν δια την δόξαν της Θεογνωσίας. Εκεί κατεδίκασεν ο Θεός τους ασεβείς τω πταίσματι, ενταύθα εφώτισεν ο Χριστός τους αλιείς τω Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη η αφωνία, προς τιμωρίαν, άρτι καινουργείται η συμφωνία προς σωτηρίαν των ψυχών ημών».
Αμήν.
Εις την ακολουθήσασαν μεσημβρινήν τράπεζαν ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος προσεφώνησεν τον Προϊστάμενον της Ρωσικής Πνευματικής Αποστολής Αρχιμανδρίτην π. Ισίδωρον και τους υπ’ αυτόν ιερείς και μοναζούσας δια καταλλήλου εορτίου προσφωνήσεως.
Εκ της Αρχιγραμματείας
Η πρωτότυπη είδηση βρίσκεται στην Πύλη ειδησεογραφίας του Πατριαρχείου στο σύνδεσμο http://www.jp-newsgate.net/gr/2012/06/04/6072/