Κυριακή, 14 Απρ, 2024
Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, Ιωάννη της Κλίμακος. Αριστάρχου, Πούδη και Τροφίμου εκ των 70 αποστόλων, θωμαΐδος μάρτυρος, Δημητρίου νεομάρτυρος του εκ Λιγουδίστης και εν Τριπόλει αθλήσαντος (1803).

«Ἅγιοι Τόποι καὶ Κύπρος στὰ ἀφιερώματα τοῦ Γ. Σεφέρη»


Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη»

3ο Διεθνς Συνδριομέ θέμα «Κύπρος καὶ γιοι Τόποι»

 

Συνεδριακ Κέντρο Azia Resort, Πάφος Κύπρος

Κυριακ 10 κτωβρίου 2010

 

 

Εἰσηγήτρια: κ. Αἰκατερίνη Διαμαντοπούλου

Θεολόγος ΜΑ - Φιλόλογος PhD Φιλοσοφίας

Ἀναπληρώτρια Διαχειρίστρια τῆς Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη»

 

 

Θέμα: «Άγιοι Τόποι και Κύπρος στα αφιερώματα του Γ. Σεφέρη»



Μακαριώτατε Πατριάρχα Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλε,

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομε Β΄,

Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς, Ιερείς,

Διαχειριστά της Μ.Κ.Ο. «Ρωμηοσύνη» κ. Πέτρο Κυριακίδη,

εκλεκτοί προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι,

 

 

Το θέμα που επέλεξα να πραγματευθώ εν μεγίστη δυνατή συντομία για το μέγεθος του έργου του Σεφέρη δεν χωράει στα όρια ενός αφιερώματος. Θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω με ελάχιστες αναφορές, γνωρίζοντας βεβαίως ότι, οπωσδήποτε, αδικώ τον άνδρα, το πρόσωπο, τη ζωή και το έργο τού μεγάλου μας νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη στον περιορισμένο χρόνο που μου δίδεται.

Ο Γιώργος Σεφέρης από το πρώτο του ταξίδι στο νησί το 1953, όταν ανακάλυψε τον κόσμο της Κύπρου και μέχρι το θάνατό του το 1971 ήταν συνδεδεμένος στενά με τους ανθρώπους, τη γη και την υπόθεση του Κυπριακού ελληνισμού. Τα ταξίδια του στο νησί το 1953, 1954 1955 και 1969 η αλληλογραφία του και η στενή επαφή που κρατούσε με Κύπριους δημιουργούς, οι πρώτες δημοσιεύσεις κειμένων σε Κυπριακά έντυπα (Κυπριακά Γράμματα και Κυπριακά χρονικά) οι ημερολογιακές εγγραφές του για το νησί μας, η σταθερή υποστήριξη των δικαίων του Κυπριακού ελληνισμού, στην αλληλογραφία του με Ελλαδίτες και ξένους η επαγγελματική ενασχόλησή του με το Κυπριακό, λόγω της θέσης του στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας το ατέλειωτο Κυπριακό του μυθιστόρημα με τίτλο «Βαρνάβας ο Καλοστέφανος» και κυρίως η εξαιρετική σε ποιότητα και συμπύκνωση συλλογή του «Κύπρον ου μ’εθέσπισεν…» αποδεικνύουν τη διάρκεια και τη βαθύτητα της σχέσης του με το νησί μας.

Ο Γιώργος Σεφέρης θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πνευ-ματικές και λογοτεχνικές φυσιογνωμίες του νεώτερου Ελληνισμού. Καταξιώθηκε στην παγκόσμια λογοτεχνία, καθώς βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1963 από τη Σουηδική Ακαδημία. Όλοι τότε αισθάνθηκαν ότι η τιμή τού βραβείου μοιράζεται με το νησί μας λόγω των στενών σχέσεων και των δεσμών τού ποιητή με την Κύπρο κυρίως για την πηγή των εμπνεύσεών του και ιδιαίτερα την ποιητική του συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν…», της οποίας τα ποιήματα αποτελούσαν το τελευταίο μέρος τού βραβευθέντος ποιητικού του έργου. Ο Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου τού 1900. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε να γράφει τους πρώτους του στίχους. Μετά τις σπουδές του στο Παρίσι, αποκτά το πτυχίο τής Νομικής και ακολουθεί σπουδές Λογοτεχνίας. Ξεκίνησε την καριέρα του ως διπλωμάτης και εργάστηκε ως Ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, Πρέσβης, Σύμβουλος πρεσβειών και Διευθυντής Τύπου. Λόγω τής διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή τού Γιώργου Σεφέρη χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις ως ακόλουθος και έπειτα ως πρεσβευτής. Υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού (Αλεξάνδρεια, Γιοχάνεσμπουργκ, Πραιτόρια), γεγονός το οποίο ήταν καταλυτικό για τα βιώματα και το έργο του. Το 1931 εκδίδεται η "Στροφή" με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης. Τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, δημοσιεύοντας ποιήματα και επιστολές του.

Η γνωριμία του με την Κύπρο συμπίπτει χρονικά με τη διεθνοποίηση του Κυπριακού, όταν φθάνει στον ΟΗΕ το θέμα της αυτοδιάθεσης του νησιού (1953 και 1954), και με την έναρξη του ένοπλου αγώνα (1955). Το 1956 διορίστηκε διευθυντής στη Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Η σχέση τού ποιητή με την Κύπρο είναι βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του, αφού γίνεται ο καθρέφτης αυτού του ξεριζωμένου Σμυρνιού.

Στο Ημερολόγιό του Μέρες Στ΄ ( 20 Απρίλη 1951 – 4 Αυγούστου 1956), ο ίδιος ο Γ. Σεφέρης αφηγείται τα ταξίδια που έκανε στη Μέση Ανατολή και την Κύπρο. Μάλιστα στο Ημερολόγιο, μετά την 17 Οκτωβρίου 1954, περίοδο, κατά την οποία ο Σεφέρης διατελεί Πρέσβης στη Βηρυτό, παρεμβάλλονται δεκαεπτά φύλλα με διάφορα στοιχεία που αναφέρονται στην Κύπρο. Τέλη Σεπτεμβρίου 1955, ο Σεφέρης, που βρισκόταν στην Αμμόχωστο, γράφει για την Κύπρο: «…και συλλογίζομαι πως αν έτυχε να βρω στην Κύπρο τόση χάρη, είναι ίσως γιατί το νησί αυτό μου έδωσε ό,τι είχε να μου δώσει σ’ ένα πλαίσιο αρκετά περιορισμένο για να μην εξατμίζεται, όπως στις πρωτεύουσες του μεγάλου κόσμου, η κάθε αίσθηση, και αρκετά πλατύ για να χωρέσει το θαύμα. Είναι περίεργο να το λέει κανείς σήμερα. Η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη…» (Βαρώσια, Σεπτέμβρης 1955, Ποιήματα σελ.336)[1].

Ο Σεφέρης επέδειξε έμπρακτο ενδιαφέρον για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος, που τον κατέτρωγε ως τα μύχια της ψυχής του. Στον πρόλογο του βιβλίου του υπάρχει το εξής σχόλιο: «Οι Κύπριοι έδειξαν, για πάρα πολλά χρόνια, καρτερία, διατηρώντας άσβηστη τη φλόγα της ελευθερίας που ξεκίναγε από μια ιστορία χιλιετηρίδων… Ο Κυπριακός λαός επιδίωξε την απελευθέρωσή του με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο, χωρίς να υπεισέλθει στους δαιδάλους των διεθνών συμφερόντων και της διπλωματίας. Εκεί που περίμενε κανείς τη λύση της τραγωδίας, προχωρούσε αριστοτεχνικά η δέσις…»[2]. Η ιδιότητα του στοχαστή ως Πρέσβη στάθηκε αφορμή να έρθει σε βαθύτερη επαφή με τον Κυπριακό πολιτισμό και την κουλτούρα, τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα και τις παραδόσεις, την κουλτούρα των κατοίκων της Μεγαλονήσου, τη βαθιά πίστη και την πνευματική ζωή των Κυπρίων. Ως ευαίσθητη δε καλλιτεχνική φύση, αγάπησε και τις φυσικές ομορφιές τού νησιού,  στο οποίο είχε την ευκαιρία να περιηγηθεί, τις θάλασσες και τα βουνά της, τους Ναούς και τα Μοναστήρια. Πάνω από όλα όμως αγάπησε τον Κύπριο άνθρωπο, που έχει ψυχή και ήθος, περηφάνια και αξιοπρέπεια.

Στις εντυπώσεις που καταγράφει, αναφέρει σχετικά: «Απ’ εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά. Είναι ελληνικός…»[3] και το τελευταίο τούτο συντελεί στο αίσθημα αυτής της ευρυχωρίας και αλλού: «…το κλίμα της Κύπρου μου πηγαίνει… Ελληνική, χωρίς Έλληνα χωροφύλακα ή δημόσιο υπάλληλο…»[4] και αλλού: «…βρήκα έθιμα που μόνο από παιδί είχα γνωρίσει… ελληνική γλώσσα ζωντανή. Γιατί πιστεύω στην ελληνική γλώσσα και στην ελληνική  λογοτεχνία. Ζωντάνια γλώσσας μας όταν άλλες εξαντλούνται – ποιητάρηδες προφορικός λόγος – πιστεύω στη δημοτική μας παράδοση, που είναι τόσο παλιά όσο και η λογία -Μακρυγιάννης, μύθοι αρχαίοι…».[5] Ωστόσο, το μεγάλο νησί, το οποίο μιλάει ελληνικά στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, λειτουργεί στην ψυχοσύνθεση του ποιητή ως ένα μεγάλο ζωντανό σχολείο γλώσσας. Η κυπριακή διάλεκτος τον σφραγίζει, γιατί πολλές λέξεις παραμένουν αρχαιοελληνικές με καταγωγή που φθάνει ανεμπόδιστα μέχρι τα ομηρικά έπη. Στην Κύπρο έμεινε έως το Δεκέμβριο 1953. Για την επίσκεψή του στην Έγκωμη, την οποία θαύμασε και εξύμνησε, γράφει: «Έγκωμη, στον κάμπο των ανασκαφών. Καταπληκτικό απόγευμα. Ο τόπος μιας μυκηναϊκής πολιτείας, ακίνητος για χιλιάδες χρόνια. Αίσθηση στο γαλάζιο μιας αχάρακτης αγάπης, ασύλληπτης κι όμως εκεί. Άπειρες καμπύλες στα σύννεφα και κάπου κάπου η σάλπιγγα ενός χρυσοκόκκινο τόνου…»[6]. Σε άλλο του δε ποίημα με τίτλο «Έγκωμη» γράφει: «Δώσε ψυχή στα σύννεφα αν μπορείς, δώσε στην άπειρη σιωπή μίλημα, είναι στην αγκάλη του Θεού τούτος ο κάμπος...»[7].

Το Σεπτέμβριο 1954 ο Σεφέρης επισκέφθηκε ξανά την Κύπρο για δεύτερη φορά, Λευκωσία, Αμμόχωστο, Πηγή, Κάστρο, Βαρώσια, Γαλάτα, Άγιος Σωζόμενος «…εκκλησιά με στέγη. Χρυσός ο ήλιος πάνω στα εικονίσματα. Ατμόσφαιρα μοναδική»[8], Μοναστήρι Ποδίθου, Αγία Παρασκευή «Έξοχο το δειλινό μέσα στην εκκλησιά. Μικρότερη: τη λένε του Αρχαγγέλου»[9]. Τον Αύγουστο 1955, βρέθηκε στην Κύπρο για τρίτη φορά. Αναφέρει για την Κύπρο μας: «Κι είσαι σαν το τριαντάφυλλο κοκκινομυρισμένη…»[10].

Ο Σεφέρης διέθετε ιστορική συνείδηση. Θεωρούσε βαθύτατο χρέος να έχουμε μνήμες, να τιμούμε την ιστορία, την παράδοση, τις αξίες και τα ιδανικά μας. Πάντοτε αυτοί που δεν είχαν ιστορία ήθελαν να καταστρέψουν αυτούς που είχαν.  Από τα πανάρχαια χρόνια οι Ρωμιοί βρέθηκαν μέσα στη «Μέγγενη» γιατί είχαν ιστορική συνείδηση, γιατί είναι πρόσωπα, όχι μάζα. Μα γίνεται τώρα στα χρόνια της Παγκοσμιοποίησης να έχει κανείς πρόσωπο, να έχει ιστορία, να έχει ήρωες που ανέβηκαν στην αγχόνη τραγουδώντας ύμνους για την πίστη και την ελευθερία; 

Και ενώ ο Σεφέρης δεικνύει τη βαθειά του πίστη στη Ρωμιοσύνη, το 1942 επισκέπτεται, σύμφωνα με το έργο του Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941-31 Δεκέμβρη 1944), για πρώτη φορά την Αγία Γη. Τα κοσμοσωτήρια γεγονότα, που έλαβαν χώρα σ’ αυτήν την Αγία Γη, παραμένουν ανεξίτηλα στην ψυχή και τη σκέψη τού ποιητή. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ως προχτές το βράδυ η Ιερουσαλήμ ήταν ένα κλειστό κουτί που δεν είχα όρεξη να τ’ ανοίξω.… Έτσι συλλογιζόμουν μέσα στα μπερδεμένα σοκάκια του χτεσινού παζαριού, κι ένιωσα τη μοίρα μου τοποθετημένη, όπως πάντα ο ελληνισμός, σ’ εκείνο το σημείο όπου παίζει η ζυγαριά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ανατολή. Σαν να με είχαν στείλει αυτού για να δικάσω τι πρέπει να περάσει έξω στις πόρτες της Ευρώπης από τούτο το σκοτεινό και μαγεμένο κόσμο»[11]. Τότε ήταν που επισκέφθηκε και τον Πανάγιο Τάφο, γράφοντας σχετικά: «…κάποτε ντρέπομαι που είμαι τόσο αμαθής και συναισθηματικά απροετοίμαστος μέσα σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο… Προσπαθώ να το συλλαβίσω το αφάνταστο μέγεθος τούτης της εκκλησίας. Προσπαθώ να κάνω την αφαίρεση που χρειάζεται για να καταλάβω πως ενώ βρίσκομαι κάτω από το θόλο ενός ναού, πρέπει να φανταστώ συνάμα πως σκεπή δεν υπάρχει και πως εδώ είναι ο τόπος της Αποκαθήλωσης, εκεί ο Πανάγιος Τάφος και ο Γολγοθάς[12]…». Στο παρεκκλήσι του Γολγοθά ένας καλόγερος, χωμένος σε μια σκοτεινή γωνιά, μου έλεγε: «Πολλά χρόνια τώρα φυλάγω τούτη  την πλάκα για να μην την πατήσουν οι Φράγκοι»[13]. Ο Σεφέρης, ακολουθώντας τα τείχη τής παλιάς Πόλης, έφτασε στο δάσος των Ελαιών. Πέρασε από τον Ιορδάνη ποταμό, τη Νεκρά Θάλασσα και τα Όρη Μωάβ. Ο ίδιος δε, συνεχίζει να αφηγείται: «Πρώτος σταθμός στα πόδια του Σαρανταρίου Όρους, έξω από την Ιεριχώ. Μετόχι, ένα μικρό περιβόλι, δέντρα και δυνατό νερό στ’ αυλάκι. Από πάνω ο αψηλός απότομος βράχος, η θέση του επί του Όρους Πειρασμού, και στα μισά του βράχου σφηνωμένο το μοναστήρι. Πήραμε το μονοπάτι. Το μοναστήρι μισό χτιστό, μισό σκαμμένο μέσα στην πέτρα…»[14]. Στο Μοναστήρι στο Σαραντάριο Όρος, βρέθηκε στην πέτρα που καθόταν ο Χριστός, όταν επειράσθη. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η πέτρα ήταν χωμένη σ’ ένα εκκλησάκι και ζερβά στον τοίχο, καρφωμένο ένα χαρτί με τη σχετική περικοπή του Ευαγγελίου…»[15]. Κατόπιν ο μεγάλος μας ποιητής μετέβη στην Ιεριχώ, στο Μοναστήρι, στο περιβόλι του οποίου υπάρχει η συκομωρέα τού Ζακχαίου. Γράφει για την πόλη: «…Η Ιεριχώ είναι ένας μικρός χαμηλός τόπος με καρποφόρα δέντρα. Χαμένα τα τείχη της από τότε που ακούστηκε η σάλπιγγα»[16].

Έπειτα, επισκέφθηκε το Μοναστήρι Ιωάννου τού Προδρόμου, για το οποίο πάλι γράφει: «το Μοναστήρι έπαθε από σεισμό, εδώ και λίγα χρόνια. Όλο το πάνω πάτωμα είναι γκρεμισμένο. Δύο καλόγεροι όλοι – όλοι. Ο ηγούμενος Ονούφριος. Φόρεσε το πετραχήλι του και μας οδήγησε για το βάφτισμα. Ο ποταμός Ιορδάνης κυλά τα κίτρινα νερά του λίγο παρακάτω»[17].

Κατόπιν προχώρησε προς τη Νεκρά Θάλασσα. Περιγράφει στο Ημερολόγιό του: «Το πρώτο χαρακτηριστικό της που προκαλεί εντύπωση είναι η σιωπή. Το νερό της φέρνει προς το μολυβί. … Αυτό όμως που προκαλεί την πιο μεγάλη εντύπωση, σχεδόν μια εντύπωση φρίκης είναι η τέλεια απουσία κάθε ζωντανού πράγματος γύρω σου. Όχι μόνο τα ψάρια ή τα άλλα έντομα του νερού δεν υπάρχουν, αλλά ούτε φύκια, ούτε το παραμικρό φυτικό χνούδι πάνω στα χαλίκια του βυθού. Νιώθεις τον εαυτό σου σα μιαν εφιαλτική εξαίρεση της ζωής που κολυμπά μέσα στον υγρό τούτο τόπο»[18].

Ο Σεφέρης περιγράφει την επίσκεψή του και στο Τείχος των Κλαυθμών στα Ιεροσόλυμα, όπου παρακολούθησε με περιέργεια και ενδιαφέρον τις προσευχές των Εβραίων[19]. Πριν φύγει από τα Ιεροσόλυμα, επισκέφθηκε ακόμα μια φορά τον Πανάγιο Τάφο για να προσκυνήσει. Παρατηρεί τους επισκέπτες που εκστασιάζονται και πλημμυρίζουν με δέος, βλέποντας την πλάκα τής Αποκαθήλωσης[20]. Αργότερα, μεταβαίνει στον Ιερό Ναό των Δώδεκα Αποστόλων και αφηγείται: «Όμορφο τέμπλο από ξύλο σκαλιστό χρωματισμένο. Ό,τι πιάνουν με αγάπη τα χέρια του ανθρώπου αγιάζει»[21]. Το 1944, γράφει: «Τριγυρνώντας τρία χρόνια σε προσφυγικά στρατόπεδα της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, της Συρίας, αλλάζοντας ψυχή καθώς μαυρίζει το φωτογραφικό χαρτί στον ήλιο»[22].

Στις 6 Οκτωβρίου 1953 ο Σεφέρης μεταβαίνει στο Αμμάν τής Ιορδανίας, όπου διέμεινε έως στις 9 Οκτώβρη.[23] Τότε μεταβαίνει πάλι στα Ιεροσόλυμα και επισκέπτεται το Σκευοφυλάκιο του Παναγίου Τάφου[24]. Ομοίως, επισκέπτεται τους λόφους τής Ιερουσαλήμ, τους οποίους ατενίζει με δέος, ως εσωτερική ανάγκη. Προσκυνά τον τόπο τής Αναλήψεως, για τον οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά: «…οκτάγωνο βυζαντινό κτίσμα»[25]. Κάνει, επίσης, αναφορά στην πέτρα με το αποτύπωμα του χεριού τού Χριστού, συνεχίζοντας χαρακτηριστικά: «…Θαυμάσια δύση. Τόση ανάγκη, τόση ανάγκη από αυτά τα πράγματα: εδώ ανασαίνουν….». Αναφέρεται μάλιστα και σε συγκεκριμένα ονόματα Μοναχών, με τους οποίους ήρθε σε επαφή. Τέλος, εντυπωσιάζεται από το πανόραμα της Ιερουσαλήμ και τη βραδινή θέα μέσα στον κήπο της Γεθσημανής – το Όρος των Ελαιών.[26] 

Τον Απρίλη 1954, από το Αμμάν τής Ιορδανίας ο ποιητής μετα-βαίνει στη Μαδηβά, για να επισκεφθεί τον Ορθόδοξο Ναό τού Αγίου Γεωργίου. Γράφει σχετικά: «..Μάδαβα: ορθόδοξη εκκλησία με τον περίφημο ψηφιδωτό χάρτη»[27]. Στη συνέχεια, επισκέπτεται την Ιερά Μονή τού Αγίου Σάββα τού Ηγιασμένου[28].

Στις 17 Απριλίου 1954, ο Σεφέρης βρίσκεται για άλλη μια φορά στα Ιεροσόλυμα για την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας και του Αγίου Πάσχα, διαμένοντας στο Πατριαρχείο. Παρακολούθησε τον Εσπερινό των Βαΐων. Όπως αναφέρει, ήταν η πρώτη του Ακολουθία στον Πανάγιο Τάφο. «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, Δέσποτα»[29]. Αισθάνθηκε μεγάλη συγκίνηση στο άκουσμα αυτού από τη συνοδεία. Παρατήρησε προσεκτικά τα αυστηρά πρόσωπα των φρουρών τού Τάφου. Ο Αρμένης, ο Καθολικός, ο Έλληνας. Ο Αρμένης βλοσυρός. Το βυζαντινό πρόσωπο του Δραγουμάνου, ήτοι τού τότε Θεοδώρητου. Συμμετέχοντας στον Εσπερινό, αισθάνεται ότι: «το κύμα μιας πίστης, μιας παράδοσης πιο δυνατής από τους ανθρώπους. Μια γριούλα πλάι του. Της μιλά. Είναι από την Πάφο της Κύπρου. Έκανε 15 μέρες ταξίδι για να ‘ρθει, καθώς του λέει. Και ίσως να μάζευε 15 χρόνια δεκάρα - δεκάρα για να πληρώσει τα έξοδα»[30]. Ο ευσεβής ποιητής παρακολούθησε τη  λιτανεία τής Κυριακής των Βαΐων. Τη Μεγάλη Τρίτη επισκέπτεται την Ιερά Μονή τού Αγίου Σάββα τού Ηγιασμένου στην έρημο της Ιουδαίας. Η περιγραφή του είναι συγκλονιστική: «Εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω». Στεγνοί λόφοι, το μοναστήρι στη δυτική πλευρά τής Νεκρής Θάλασσας. Οι μοναχοί, πολύ γέροι οι περισσότεροι. Καθώς μού μιλά ένας καλόγερος (μεσόκοπος) για θρύλους και ιστορικά (αξεχώριστα), θυμίζει τις προφητείες τού Φτωχολέοντα. Λέει: «Ο βασιλιάς μας ο Κωνσταντίνος», σα να ήτανε χτες ή σα να ζούσε ακόμη ο Παλαιολόγος. Μισεί τους Λατίνους. Θανάσιμο μίσος»[31]. Ο Σεφέρης παρατηρεί, ακόμη, τις εικόνες στο Μοναστήρι και καταγράφει το ρητό τού Αγίου Σισώη (Αιγύπτιου) αριστερά στον τοίχο: «ότι η οδός η απάγουσα εύχεσθαι αεί τω Θεώ και το αγωνίζεσθαι είναι υποκάτω παντός ανθρώπου»[32]. Την εποχή, που επισκέπτεται το Μοναστήρι, ασκούνται 20 Έλληνες, 3 Ρουμάνοι, 3 Ρώσοι και 2 ντόπιοι μοναχοί. Παρακολουθεί, τέλος, την Ακολουθία τής Μεγάλης Τρίτης στην εκκλησία τού Αγίου Κωνσταντίνου, όπου άκουσε με δέος το τροπάριο της Κασσιανής[33]. Για το πρωινό τής Μεγάλης Πέμπτης, ο Σεφέρης σχολιάζει: «Κοιμάται κανείς εδώ από τις 9 και ξυπνάει με τα χαράματα. Το στενό κάτω από τα παράθυρά μας γεμίζει πρωί πρωί από τους προσκυνητάδες (ήρθαν φέτος 1500 Κυπριώτες): γριούλες και βρακάδες οι περισσότεροι, το μπογαλάκι τους, ένα διπλωτό σκαμνάκι και το μπαστούνι, κάθε την αυγή ακούω να χτυπούν αυτά τα ραβδιά στις πλάκες του δρόμου». Μεγάλη Παρασκευή εκκλησιάζεται στο Μοναστήρι τού Αγίου Κωνσταντίνου.[34] Το Μεγάλο Σάββατο, όπου πραγματοποιείται η Τελετή τής Αφής τού Αγίου Φωτός, ο Σεφέρης μαγεύεται. Όλα του τα ταξίδια αυτά στους Αγίους Τόπους τον στιγμάτισαν πνευματικά, ιδίως η πρωτόγνωρη εμπειρία που βίωσε την εβδομάδα των Παθών στην Αγία Πόλη.

Τον Απρίλιο 1955, ο Σεφέρης επισκέφτηκε ακόμα μια φορά τα Ιεροσόλυμα, όπου πραγματοποίησε επίσκεψη και στο Μουσείο των Ιεροσολύμων. Το Μάρτιο 1956, ο ποιητής βρέθηκε στο Όρος Σαμαρειτών ή Γαριζίν, βουνό Γαλαάδ, χώρα του Γαλαάδ, ποτάμι Γιαβόκ, πόλη τού Ιακώβ, Γέρασα, Μαϊουμά[35]. Τον Ιούλιο δε τού 1956, περνώντας από το Αμμάν τής Ιορδανίας, βρέθηκε για ακόμα μια φορά στην πόλη των Ιεροσολύμων. Πόσο τον μαγνήτιζε αυτός ο τόπος! Αναφέρει σχετικά: «…Άλλο κλίμα ανθρώπινο. Θαρρείς πως ταξίδεψες σ’ άλλο πλανήτη. Μια αλαφριά δροσιά, μυρωμένη, που σ’ ανοίγει την καρδιά. Το μόνο μέρος που θα λυπηθώ τώρα που φεύγω είναι τούτο το μέρος όπου καταφεύγουμε στα Ιεροσόλυμα…»[36]

Αυτή, Μακαριότατοι και σεβαστό ακροατήριο, υπήρξε εν επιτομή η πνευματική και πολιτισμική διασύνδεση  Κύπρου και Αγίας Γης στα Ημερολογιακά αφιερώματα του Γιώργου Σεφέρη.

 



[1] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 13

[2] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 14-15

[3] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 98

[4] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 105

[5] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 107

[6] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 103

[7] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 104

[8] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ.141

[9] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 141

[10] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 203

[11] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 223-224

[12] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 229

[13] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 235

[14] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 234

[15] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 236

[16] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 234

[17] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 235-236

[18] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 236

[19] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 237

[20] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 241

[21] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 241

[22] Μέρες Δ΄ (1 Γενάρη 1941  - 31 Δεκέμβρη 1944) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 1993, σελ. 355

[23] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 90

[24] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 91

[25] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 92

[26] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 92

[27] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 120-121

[28] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 121

[29] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 122

[30] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 122

[31] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 125

[32] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 125

[33] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 126

[34] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 128

[35] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 197-198

[36] Μέρες Στ΄ (20 Απρίλη 1951  - 4 Αυγούστου 1956) Γιώργου Σεφέρη, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος 2008, σελ. 234

 



Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 62 επισκέπτες.