Την Πέμπτην, 29ην Ιουνίου/12ην Ιουλίου 2012, εωρτάσθη η εορτή των Αγίων ενδόξων πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου υπό του Πατριαρχείου εις τον επ’ ονόματι αυτών ιερόν Ναόν εις Καπερναούμ.
Ο Ναός ούτος είναι εκτισμένος από του 1935 υπό του αειμνήστου Πατριάρχου Ιεροσολύμων Δαμιανού εις την βορειοδυτικήν όχθην της Τιβεριάδος θαλάσσης και επί των ερειπίων της αρχαίας πόλεως της Καπερναούμ, εις την οποίαν κατώκησεν ο Κύριος, φυγών από την Ναζαρέτ (Ματθ. 4,13) και η οποία «ανέβη έως ουρανού και έως άδου κατεβιβάσθη» κατά την πρόρρησιν του Κυρίου, διότι οι κάτοικοι αυτής δεν επίστευσαν εις Αυτόν, παρά τα σημεία και τας δυνάμεις που εγένοντο εις αυτήν. ( Ματθ. 11,23).
Εις τον εν τοις ερειπίοις της Καπερναούμ κείμενον ιερόν ναόν τούτον, αγιογραφηθέντα προσφάτως βυζαντινή αγιογραφία υπό του φιλέργου ηγουμένου μοναχού π. Ειρηνάρχου και αποτελούντος εν των κοσμημάτων του φυσικού περιβάλλοντος της Τιβεριάδος θαλάσσης, ετέλεσε την εορτήν των πρωτοκορυφαίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου η Α.Θ.Μ. ο Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος, προεξάρχων κατά την ως άνω ημέραν της θ. Λειτουργίας, συλλειτουργούντων Αυτώ του Ιερωτάτου Μητροπολίτου Ναζαρέτ κ. Κυριακού, του Ιερωτάτου Μητροπολίτου Καπιτωλιάδος κ. Ησυχίου και του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Αριστάρχου Γέροντος Αρχιγραμματέως, Ιερομονάχων και διακόνων, ψαλλούσης της υπό τον Αρχιμανδρίτην π. Φιλόθεον ηγούμενον εις την Μητρόπολιν Άκκρης-Πτολεμαΐδος βυζαντινής χορωδίας και εν κατανύξει συμμετεχόντων πολλών Ορθοδόξων πιστών εκ των περιχώρων της Ναζαρέτ και της περιοχής της Άκκρης.
Προς τούτους εκήρυξε τον θείον λόγον η Α.Θ.Μ. ο Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος, έχοντα ελληνιστί ως έπεται:
«Εορτή χαρμόσυνος επέλαμψε τοις πέρασι σήμερον, η πάνσεπτος μνήμη των σοφωτάτων Αποστόλων και κορυφαίων Πέτρου και Παύλου. Διο και ημείς, αδελφοί , εν ωδαίς και ύμνοις εωρτάσωμεν φαιδρώς την πανσεβάσμιον ταύτην ημέραν, λέγοντες Χαίρε Πέτρε Απόστολε και γνήσιε φίλε του σου διδασκάλου Χριστού του Θεού ημών, Χαίρε Παύλε παμφίλτατε και κήρυξ της πίστεως και διδάσκαλε της οικουμένης, ως έχον παρρησίαν, ζεύγος αγιόλεκτον Χριστόν τον Θεόν ημών ικετεύσατε σωθήναι τας ψυχάς ημών», αναφωνεί ο υμνωδός της Εκκλησίας
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ευλαβείς προσκυνηταί,
Όντως «εορτή χαρμόσνος, ως λέγει ο υμνωδός, επέλαμψε τοις πέρασι σήμερον η πάνσεπτος μνήμη των σοφωτάτων Αποστόλων και κορυφαίων Πέτρου και Παύλου. Και τούτο διότι παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έλαβον την κλήσιν και ανεδείχθησαν ο μεν Πέτρος πέτρα της Εκκλησίας: «και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτώ μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς· καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», ( Ματθ. 16, 17-18). Ο δε Παύλος σκεύος εκλογής:«είπε δε προς αυτόν ο Κύριος πορεύου ότι σκεύος εκλογής μοι εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ», (Πραξ. 9,15).
Οι λόγοι ούτοι του Κυρίου μαρτυρούν εναργέστατα ότι οι κορυφαίοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος είναι η φωνή του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου του Χριστού ως και τα όργανα της ενεργείας και της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, του συνέχοντος και συγκροτούντος τον θεσμόν της Εκκλησίας.
Τόσον ο Πέτρος, όσον και ο Παύλος, αγαπητοί μου αδελφοί, διακρίνονται των άλλων Αποστόλων ουχί κατά την αξίαν του αποστολικού αξιώματος, δηλονότι της χάριτος η μάλλον της εκχύσεως επ’ αυτών του Αγίου Πνεύματος.
Αλλά δια το γεγονός ότι αμφότεροι οι κορυφαίοι υπήρξαν ασθενείς εις το φρόνημα και ουχί μόνον. Ο μεν Πέτρος κατά την μαρτυρίαν αυτού του Κυρίου «τρις ηρνήσατο αυτόν», (Ματθ. 26,34) ο δε Παύλος κατά την ιδίαν αυτού μαρτυρίαν και την μαρτυρίαν του Κυρίου εδίωκεν τόσον τον Χριστόν, όσον και την Εκκλησίαν. ιδού η αγιογραφική μαρτυρία: «Σαούλ, Σαούλ τι με διώκεις; είπε δε ο Παύλος τις ει Κύριε, ο δε Κύριος είπεν. εγώ ειμί Ιησούς ος συ διώκεις», ( Πραξ. 9,5). Και πάλιν ο Παύλος λέγει: «Ηκούσατε γαρ την εμήν αναστροφήν ποτε εν τω Ιουδαϊσμώ ότι καθ’ υπερβολήν εδίωκον την Εκκλησίαν του Θεού και επόρθουν αυτήν», ( Γαλ. 1,13).
Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι οι κορυφαίοι Απόστολοι διακρίνονται των άλλων Αποστόλων δια την μετάνοιαν αυτών. Η δε μετάνοια εις Χριστόν είναι μετάνοια εις θεραπείαν της ανθρωπίνης ασθενείας, ψυχικής, ηθικής και σωματικής, φυσικής, δηλονότι της αμαρτίας κατά το κήρυγμα του Χριστού «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν», (Λουκ. 5, 32). Επί πλέον δε η ενέργεια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος φανερούται εν τη ασθενεία κατά την ρητήν δήλωσιν του Χριστού «Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», ( Β’ Κορ. 12,9).
Κοινωνοί και μέτοχοι της εμπειρίας της εν ασθενεία τελειώσεως της δυνάμεως του Θεού Πατρός Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού εγένοντο εξίσου όλοι οι κληθέντες εις το αποστολικόν αξίωμα κατ’ εξοχήν δε οι σήμερον τιμώμενοι μετά παρρησίας γνήσιοι φίλοι και κήρυκες του Χριστού.
Τούτο σημαίνει ότι το αγιόλεκτον ζεύγος, όπως ονομάζει ο υμνωδός τους κορυφαίους, ενδυσάμενοι τον Χριστόν και σύμφυτοι γεγονότες τω ομοιώματι του θανάτου Αυτού, (Ρωμ. 6,5), κατώρθωσαν να διδάξουν το σωτηριώδες του Χριστού Ευαγγέλιον εις πάσαν την οικουμένην, προσέτι δε να εδραιώσουν το ιερόν της Εκκλησίας οικοδόμημα κατά το ρήμα του Κυρίου «καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», (Ματθ. 16,18).
Εξ άλλου, ο ίδιος ο Παύλος ομολογεί ότι «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων· είτε εν σώματι ουκ οίδα είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν· αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού· και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον· είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν· ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι.», (Β’ Κορ. 12,2-4). Και πάλιν ο Παύλος μαρτυρεί ότι «και είρηκέ μοι [ο Κύριος]· αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται. ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού». (Β’ Κορ. 12,9).
«Πέτρε κορυφαίε των ενδόξων Αποστόλων η πέτρα της πίστεως και Παύλε θεσπέσιε των Αγίων Εκκλησιών ο ρήτωρ και φωστήρ τω θείω θρόνω παριστάμενος υπέρ ημών πρεσβεύσατε», λέγει ο υμνωδός.
Το κήρυγμα και η διδασκαλία των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου απετέλεσαν και αποτελούν την ακένωτον της Θεολογίας πηγήν των μεγάλων της Εκκλησίας Πατέρων, αλλά και πάντων όσων αναζητούν την εις Θεόν Λόγον τον Χριστόν μυσταγωγίαν, ως διατυπώνει ο υμνωδός της Εκκλησίας λέγων: «έδωκας στηρίγματα τη Εκκλησία σου, Κύριε, την του Πέτρου στερρότητα και Παύλου την σύνεσιν και λαμπράν σοφίαν και την εκατέρων θεηγορίαν αληθή της αθεΐας πλάνην διώκουσαν. Διο μυσταγωγούμενοι παρ’ αμφοτέρων υμνούμεν Σε, Ιησού παντοδύναμε, ο Σωτήρ των ψυχών ημών».
Τους κήρυκας της πίστεως, τας θεολόγους σάλπιγγας, Πέτρον και Παύλον της Εκκλησίας τους στύλους και καθαιρέτας της πλάνης ευσεβώς ανυμνήσωμεν Χριστόν τον Θεόν ημών του σώσαι και φωτίσαι τας ψυχάς ημών και ειρηνεύσαι την περιοχήν ημών και άπασαν την Οικουμένην. Αμήν».
Την θείαν Λειτουργίαν ηκολούθησε σύντομος δεξίωσις εν τω ηγουμενείω δι‘ αναψυκτικών προς αναψυχήν εκ του καύσωνος και ακολούθως υπό το στέγαστρον δια προστασίαν εκ του ηλίου τράπεζα προς όλους υπό του φιλοξένου ηγουμένου μοναχού π. Ειρηνάρχου.
Εκ της Αρχιγραμματείας.
Η πρωτότυπη είδηση σε πολυτονική γραφή με τις συνοδευτικές φωτογραφίες βρίσκεται στην Πύλη ειδησεογραφίας του Πατριαρχείου στο σύνδεσμο http://www.jp-newsgate.net/gr/2012/07/12/6254/