Παρασκευή, 19 Απρ, 2024
Ο Ακάθιστος Ύμνος. Παφνουτίου ιερομάρτυρος, Γεωργίου επισκόπου Πισιδίας του ομολογητού, Τρύφωνος αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Θεοδώρου του εν Πέργη, Σωκράτους και Διονυσίου των μαρτύρων, οσίου Συμεών του μονοχίτωνος και ανυόδητου, κτίτορος Ι. Μ. Φλαμουρίου Πηλίου (1594), Αγαθαγγέλου οσιομάρτυρος του νέου (1818).

Ο Γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

«Ἔστι Θεός»


«Κάποια ημέρα συζητούσαμε με τον Παππούλη, για πολλές ώρες, για θέματα που είχαν σχέση με την ψυχολογία του ατόμου και τις επιδράσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά των διαφόρων συναισθημάτων (π.χ χαρά, λύπη κ.λ.π.), τα οποία, όπως υποστήριζε ο Παππούλης, μπορούν να προκαλέσουν διάφορες αναστολές ή αύξηση της επιθυμίας, αναλόγως του περιεχομένου τους, εάν, δηλαδή, αυτά είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα. Και σαν παράδειγμα μου ανέφερε το εξής περιστατικό.

Πριν από πολλά χρόνια, μου είπε ο Παππούλης, στο ίδιο Μοναστήρι έμενε μζί με μένα και ένα πνευματικό μου παιδί, πολύ μικρότερός μου και ήταν καθηγητής Θεολόγος. Καθημερινά μιλούσαμε για όλα τα θέματα, που είχαν σχέση με τη θρησκεία και για τα προβλήματα, που απορρέουν από αυτή. Μία ημέρα, όμως, ο καθηγητής έφερε προς συζήτηση το θέμα της ύπαρξης του Θεού. Αφού το εξαντλήσαμε το θέμα αυτό με όλες τις απόψεις, που είχε ο ίδιος και με την επιχειρηματολογία μου καταλήξαμε στο αβίαστο συμπέρασμα, ότι υπάρχει Θεός, ο νεαρός τότε καθηγητής γυρίζει και μου λέει: «Όλα αυτά που μου είπες πάτερ είναι σωστά και οι δύο πιστεύουμε, ότι υπάρχει Θεός. Όμως, σε παρακαλώ πολύ, να μου υποσχεθείς, όταν πεθάνεις, ότι θα έλθεις να μου πεις εάν υπάρχει Θεός!» Και πώς είσαι βέβαιος, του είπα, ότι θα πεθάνω εγώ πρώτος και όχι εσύ; Και ο νεαρός καθηγητής μου απήντησε, ότι αυτό εξυπακούεται, αφού έχεις διπλάσια ηλικία από τη δική μου ηλικία. Εγώ όμως που με τη χάρη από το Θεό, γνώριζα ότι εκείνος που θα πέθαινε πρώτος και μάλιστα πολύ σύντομα, δεν θα ήμουν εγώ, αλλά ο νεαρός καθηγητής, του είπα ότι υπόσχομαι, όταν πεθάνω να έρθω να σου πω, εάν υπάρχει Θεός ή όχι, αλλά θέλω και από σένα να μου υποσχεθείς το ίδιο. Σου το υπόσχομαι πάτερ, μου είπε και δώσαμε τα χέρια μας, να τηρήσουμε την υπόσχεση αυτή.

Μετά από λίγο καιρό ο Καθηγητής υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Μονή, για να κατέβει στην πόλη, προφανώς για να διορισθεί στο Γυμνάσιο. Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τότε που χώρισε με τον Παππούλη και μία ημέρα που η Εκκλησία μας εόρταζε μία από τις δύο μεγάλες μας εορτές (το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, δεν θυμάμαι), και στη Μονή είχε στρωθεί ένα πλούσιο εορταστικό τραπέζι και όλοι μας, είπε ο Παππούλης, δε βλέπαμε την ώρα και την στιγμή να φάμε με ιδιαίτερη όρεξη, λόγω της προηγηθείσης πολυήμερης εξαντλητικής νηστείας, έφθασε ένας χωρικός και μας ειδοποίησε ότι πέθανε ο καθηγητής! Μείναμε όλοι άφωνοι και κανείς, μα κανείς, απολύτως, δεν άπλωσε το χέρι του να πάρει να φάει κάτι από το τραπέζι. Τι έγινε όλη αυτή η όρεξη; Μου λέει. Εξαφανίστηκε. Βλέπεις, λοιπό, Ανάγυρε, τι ανασταλτικό αποτέλεσμα μπορεί να έχει μια δυσάρεστη είδηση; Είναι ανεξιχνίαστη, παιδί μου, η ψυχή, αλλά, παρά τις ανώτατες σπουδές που έχω κάνει, μου ήταν αδύνατον να τον παρακολουθήσω, γιατί η ορολογία που χρησιμοποιούσε, όχι μόνον ήταν άγνωστη σε μένα, αλλά και τα νοήματα, που ανέπτυσσε (και να αναλάβει υπόψη του κανείς, ότι ουδέποτε κάθισε σε θρανίο), ήταν δυσνόητα και μπλοκάριζαν τις διανοητικές μου ικανότητες σε τέτοιο βαθμό, ώστε με έφεραν σε μια κατάσταση αμηχανίας, από την οποία μόλις κατόρθωσα να ξεφύγω με την ερώτηση που έκανα στον Παππούλη, εάν ο καθηγητής τήρησε την υπόσχεση, που είχε δώσει.

Βεβαίως, μου λέει. Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυκτα, μετά από μια μακρά προσευχή, που έκανα στο κελλί μου, έσβησα το φως και προσπάθησα να με πάρει ο ύπνος. Οπότε, μέσα στο σκοτάδι, ακούω μια βροντερή φωνή, που συνοδευόταν από μια δυνατή βοή, να λέει: «‘Ἐστι Θεός! Ἔστι Θεός! Ἔστι Θεός!» τρείς φορές. (Υπάρχει Θεός).

Γνώρισα τη φωνή. Ήταν η φωνή του καθηγητού! Έντρομος σηκώθηκα και προσευχήθηκα, γονατιστός, για την ψυχή του, μέχρι το πρωί!

Εδώ, αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη σημασία που παίζει ο τόνος στο ρήμα είμι και συγκεκριμένα στο τρίτο πρόσωπο. Εάν έλεγε «ἐστί Θεός», η ερμηνεία του θα ήταν: Είναι Θεός. Ενώ το «ἔστι Θεός», θα πει υπάρχει  Θεός. Και έτσι ανταποκρίνεται πλήρως στη συμφωνία, που είχαν κάνει, όποιος πεθάνει πρώτος, να έρθει να πει στον άλλον, εάν  υπάρχει Θεός.

Ύστερα από όλα αυτά, ποιος αμφιβάλλει, ότι «Ἔστι Θεός;».    

 

Πηγή υλικού

Ανάργυρου Καλλιάτσου, Ο Πατήρ Πορφύριος Ο Διορατικός, Ο Προορατικός, ο Ιαματικός, Ιερόν Γυναικείον Ησυχαστήριον «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Ε΄ Έκδοση, Αθήναι 2002, σ. 18-20

 

Επιλογή υλικού

Αικατερίνη Διαμαντοπούλου, Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων



Print-icon 




Πνευματικά δικαιώματα 2009-2013 © «Ρωμηοσύνη»
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου με προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: «Ρωμηοσύνη» www.romiosini.org.gr

:: Πατριαρχείο Ιεροσολύμων :: Ειδήσεις εκ του Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων :: Σχετικά :: Τελευταία νέα :: Τρέχοντα Προγράμματα :: Ιστορικό Αρχείο της Μ.Κ.Ο. "Ρωμηοσύνη" ::


Login-iconLogin  ForgottenPassword-iconΥπενθύμιση κωδικού 

Αυτή τη στιγμή διαβάζουν την ιστοσελίδα μας 103 επισκέπτες.